Σαπφώ Νοταρά: Η «κακιά» του ελληνικού κινηματογράφου που άφησε εποχή με τις ατάκες της και την ιδιαίτερη χροιά της Σαπφώ Νοταρά: Η «κακιά» του ελληνικού κινηματογράφου που άφησε εποχή με τις ατάκες της και την ιδιαίτερη χροιά της
Η ευγενής «κακιά» του ελληνικού κινηματογράφου που αγάπησαν όλες οι γενιές. Η Σαπφώ Νοταρά, ήταν από τις σπουδαιότερες Ελληνίδες ηθοποιούς με ύφος και μοναδικό... Σαπφώ Νοταρά: Η «κακιά» του ελληνικού κινηματογράφου που άφησε εποχή με τις ατάκες της και την ιδιαίτερη χροιά της

Η ευγενής «κακιά» του ελληνικού κινηματογράφου που αγάπησαν όλες οι γενιές. Η Σαπφώ Νοταρά, ήταν από τις σπουδαιότερες Ελληνίδες ηθοποιούς με ύφος και μοναδικό χιούμορ. Οι συνάδελφοί της, που τη γνώριζαν προσωπικά, έλεγαν πως πρόκειται για ένα γλυκό άνθρωπο που λάτρευε το θέατρο και τον κλασικό χορό. Τα υποκριτικά της προσόντα ήταν μοναδικά και ιδιαίτερα, ενώ η ιδιαίτερα βραχνή φωνή της, που πάντα έδινε χιουμοριστική χροιά σε κάθε ρόλο που ενσάρκωνε, την καθιέρωσε στο χώρο της και έγινε ευρέως γνωστή.

Η Σαπφώ Νοταρά και ο Κώστας Βουτσάς στην ταινία «Η Χαρτοπαίχτρα» το 1964.

Το πραγματικό της όνομα ήταν Σαπφώ Χανδάνου. Το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο «Νοταρά», το πήρε από την οδό που βρισκόταν η δραματική σχολή στην οποία φοιτούσε, στην Επαγγελματική Σχολή Θεάτρου. Γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης το 1910. Αποφοίτησε με άριστα από τη Δραματική Σχολή του Πειραϊκού Συνδέσμου και είχε παρακολουθήσει και μαθήματα ρυθμικής και μπαλέτου.  Μάλιστα, σε μια φωτογραφία έχει απαθανατιστεί γυμνή από τη μέση και πάνω, φορώντας ψεύτικη γενειάδα και ακάνθινο στεφάνι με τα χέρια ολάνοιχτα πάνω σε σταυρό. Ήταν άγρια και ελεύθερη ύπαρξη, από τότε θυμωμένη και καλοκάγαθη, αλλά και από τις λίγες γυναίκες της εποχής της με πανεπιστημιακή μόρφωση, αφού είχε σπουδάσει στη Βιομηχανική Σχολή. Δεν της ταίριαζε όμως η δουλειά της τραπεζικού και σύντομα την εγκατέλειψε, καταστροφική απόφαση για την περίοδο του 1930.

Στο βιογραφικό του διήγημα «Τα σαντέ της Σαπφώς», ο Γιώργος Μανιώτης, ο μόνος πνευματικός άνθρωπος που την πλησίασε και έγραψε γι’ αυτή, αναφέρει πως είχει πει τα εξής: «Στην πραγματική ζωή δε θα υπάρχω. Θα υπάρχω μόνο, όσο διαρκεί η παράσταση». Αποφάσισε πραγματικά να γυρίσει την πλάτη της οριστικά στον μικροαστικό – ή καλύτερα αστικό  – τρόπο ζωής. Στην εκπομπή «Αντ’ Αυτού» στην ΕΡΤ,  Γιώργος Μανιώτης είχε πει επίσης χαρακτηριστικά για εκείνη: «Δούλευε στην Τράπεζα, έκανε χορό, και ξαφνικά αποφάσισε να βγει στο θέατρο, αλλάζοντας το όνομά της. Αν θυμάμαι καλά πρέπει να ήτανε Xανδάνου… Από τότε ήταν σα να αποσύρθηκε από τον κόσμο, έγινε σαν ιερό πρόσωπο, δηλαδή έβλεπε όλη την ίντριγκα που γινότανε γύρω της και δεν ήθελε να συμμετάσχει, για να μη χάσει μια βαθύτερη αγνότητα που είχε».

Η πρώτη της εμφάνιση στο θέατρο έγινε πριν από τον πόλεμο. Συνεργάστηκε με πολλούς θιάσους, όπως του Εθνικού, του ΚΒΘΕ, του Νέζερ, της Κατερίνας Λαμπέτη – Παπά – Χορν, του Αλέξη Δαμιανού, του Μίμη Φωτόπουλου, των Βουγιουκλάκη – Παπαμιχαήλ και πληθώρα άλλων. Ερμήνευσε αμέτρητους ρόλους, από την Κατιούσα στην «Ανάσταση» του Τολστόι και την κυρά-Γιάννενα στον «Αγαπητικό της Βοσκοπούλας», ως και την Αρετούσα στον «Ερωτόκριτο».

Αγαπήθηκε και έγινε γνωστή στο κοινό από την ιδιαίτερη χροιά της φωνή της. Τη «δανείστηκε», όταν ένα παιδάκι στο διάδρομο μιας πολυκατοικίας, της είπε με άγρια φωνή: «Σταμάτα, σε πυροβολώ!». Μόνο ως πρωτογενές υλικό, βέβαια, τη χρησιμοποίησε, αφού αργότερα η φωνή της έγινε ένα ολοκληρωμένο μουσικό όργανο. Ο ρόλος της Κλημεντίνης Περπερίδου, μιας αποτυχημένης πριμαντόνας, στο ραδιοφωνικό σήριαλ «Ημερολόγιο ενός θυρωρού» του Κώστα Πρετεντέρη και ως κυρία Κυριακή στην παραγωγή του Κ. Π. Παναγιωτόπουλου, ήταν οι προσωπικοί της θρίαμβοι στις αρχές της δεκαετίας του ’60. Συχνά, ενσάρκωνε την αυταρχική και άσχημη γυναίκα. Ωστόσο, δεν της άρεσαν καθόλου αυτοί οι ρόλοι και αισθανόταν αδικημένη. Πίστευε ότι είχε το ταλέντο για να υποδυθεί και άλλους χαρακτήρες. Στις ταινίες που έπαιζε η Σαπφώ Νοταρά ήταν για πολλά χρόνια ένας ετοιμοθάνατος γελωτοποιός, όπως σημειώνει ο βραβευμένος ποιητής και φιλόλογος Ματθαίος Μουντές. Στο θέατρο της Κοτοπούλη έπαιζε όλους τους ρόλους, αντικαθιστώντας τη μεγάλη ηθοποιό στο εναλλασσόμενο ρεπερτόριο του θεάτρου, μαζί με τη Γεωργία Βασιλειάδου, όταν η Μαρίκα Κοτοπούλη ταξίδευε στο εξωτερικό.

Επιτυχημένη παρουσία είχε και στον κινηματογράφο, με πλήθος ρόλων, κυρίως δευτεραγωνιστικών: «Η λύκαινα» (1951), «Κυριακάτικο Ξύπνημα» (1954), «Συνοικία το όνειρο» (1961), «Η χαρτοπαίχτρα» (1964), «Δημήτρη μου, Δημήτρη μου» (1967) και «Αχ! αυτή η γυναίκα μου» (1967), με τις ιστορικές ατάκες «μπουρλοοότο» και «εδώ γίνονται Σόδομα και Γόμορα», που χρησιμοποιούνται στην καθημερινότητα και σήμερα.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής της, οι εμφανίσεις στο θεατρικό σανίδι αραίωσαν, αλλά ξεχώρισε για τη συμμετοχή της στις παραστάσεις «Τρωάδες» σε σκηνοθεσία Γιάννη Τσαρούχη (1977), «Φιλουμένα Μαρτουράνο» δίπλα στην Έλλη Λαμπέτη (1978) και «Πορνογραφία» του Μάνου Χατζιδάκι, που αποτέλεσε και το κύκνειο άσμα της (1982-1983).

Η προσωπική της ζωή δεν είναι ιδιαίτερα γνωστή στον κόσμο, καθώς ήταν ιδιαίτερα εσωστρεφής, μοναχική και φειδωλή στις κουβέντες της. Αυτός ήταν και ο λόγος που δεν έδινε συνεντεύξεις. Οι συνάδελφοί της που τη γνώρισαν τότε, ισχυρίζονταν πως κάτω από τα φαρδιά της ρούχα που συνήθιζε να φοράει και το ισχυρό ταπεραμέντο της, έκρυβε ένα καλλίγραμμο σώμα. «Πολλές φορές μου είπε ότι παρασύρθηκε από μια επιτυχία που είχε όταν άρχισε να μιλάει κάπως έτσι, με αυτό το χαρακτηριστικό ύφος, γιατί δε μιλούσε έτσι η γυναίκα και έγινε ένας τύπος, και έχασα, μου λέει, όλο το μέλλον μου και όλα τα “νερά μου”», αναφέρει χαρακτηριστικά η Αλίκη Γεωργούλη στην εκπομπή «Τ’ αστέρια λάμπουν για πάντα» στην ΕΡΤ.

Ήταν, λοιπόν, περιζήτητη νύφη. Σε μια περιοδεία της με το θέατρο βρέθηκε στην Αλεξάνδρεια και εκεί δέχτηκε πρόταση γάμου από έναν εργοστασιάρχη, που την είχε ερωτευτεί παράφορα. Οι φίλοι και οι γνωστοί της προσπαθούσαν να την πείσουν. Η ίδια χαρακτήριζε τον υποψήφιο γαμπρό ειρωνικά ως «Φρανκενστάιν» και απέρριψε την πρότασή του. Ήταν ιδιαίτερα ευκατάστατος και θα μπορούσε να τη βοηθήσει να απογειώσει την καριέρα της. Λένε πως δεν άντεχε ούτε να το κοιτάζει, επειδή ήταν πολύ άσχημος. Έλεγε πως αν δεχόταν την πρότασή του, θα ήταν σαν να πουλάει την ψυχή της για την καριέρα. Έτσι, ο δεσμός της με τον Αλεξανδρινό εργοστασιάρχη έληξε πριν καν αρχίσει.

«Μου είπε ότι το ’35 στην Αίγυπτο είχε ερωτευθεί έναν εργοστασιάρχη, όχι, την είχε ερωτευθεί ένας εργοστασιάρχης και της έλεγε να τον παντρευτεί και θα της έχτιζε τρία θέατρα, αλλά αυτή δεν τον αγαπούσε και τον είχε διώξει, κι εγώ της είπα: “Σαπφώ, έπρεπε να θυσιαστείς για την τέχνη, βρε παιδί μου, τώρα θα είχες τρία θέατρα” και μου είπε ότι είμαι ένας βλαξ, διότι ο εργοστασιάρχης αυτός ήτανε χημικός, είχε κάνει πειράματα κι είχε παραμορφωθεί κι είχε γίνει σαν τον Φρανκεστάιν! Ύστερα μου είπε ότι είχε ερωτευτεί έναν αντάρτη, τον αγαπούσε και ότι αυτός χάθηκε στον Εμφύλιο», είχε πει ο Γιώργος Μανιώτης, στην εκπομπή «Αντ’ αυτού» στην ΕΡΤ, που αναφέρθηκε και στην αρχή.

Ο μοναδικός μεγάλος της έρωτας, λοιπόν, ήταν με έναν νεαρό αντάρτη, μια φλογερή σχέση που τελείωσε νωρίς, γιατί ο νεαρός έφυγε για το βουνό και αργότερα συνελήφθη, με αποτέλεσμα η Σαπφώ να χάσει για πάντα τα ίχνη του. Άλλος ένας ανεκπλήρωτος έρωτας της ηθοποιού ήταν εκείνος με τον σκηνοθέτη Γιάννη Τσαρούχη. Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της ταινίας «Κυριακάτικο Ξύπνημα», η Σαπφώ Νοταρά γνωρίστηκε με το Γιάννη Τσαρούχη. Μια μέρα την πλησίασε και της εξομολογήθηκε τον έρωτά του για εκείνη και μάλιστα της πως θα ήθελε  να κάνουν μαζί κι ένα παιδί. Εκείνη πίστεψε ότι επρόκειτο για πλάκα των συναδέλφων της Δημήτρη Χορν και Έλλη Λαμπέτη. Η Σαπφώ απέρριψε τον Τσαρούχη και τον έβρισε με το εκρηκτικό της ταπεραμέντο. Κάποια χρόνια μετά θυμήθηκαν το περιστατικό και ο Τσαρούχης της είπε σθεναρά ότι η πρότασή του ήταν αληθινή και σε καμία περίπτωση φάρσα. Η Σαπφώ τότε κατάλαβε πως μιλούσε σοβαρά και κατέρρευσε με την αποκάλυψη.

Οι φάρσες, βέβαια, ήταν κάτι συνηθισμένο μεταξύ αυτών των ηθοποιών, λόγω και της μεγάλης τους φιλίας. Ένα ιδιαίτερο περιστατικό αναφέρεται σε κάποιο βράδυ που η Σαπφώ Νοταρά έφυγε νωρίς για ύπνο. Ο Τσαρούχης σκαρφίστηκε μια φάρσα. Άφησε να περάσει καμιά ώρα και πήγανε όλοι μαζί στο τηλέφωνο του μαγαζιού όπου σύχναζαν. Την πήρε τηλέφωνο κι όταν απάντησε νυσταγμένα, όπως έκανε στην «Χαρτοπαίχτρα», της είπε με βαθιά, απόκοσμη φωνή:
«Σαπφωωώ, κοιμάσαι; Ξύπνα!» Και ακολούθησε ο εξής διάλογος:
«Ποιός είναι, καλέ;» απάντησε παραξενεμένη εκείνη.
Ο Τσαρούχης συνέχισε με την ίδια φωνή, αλλά κάνοντας ένα προδοτικά μοιραίο λάθος:
«Είμαι ο Αγχάγγελος και έγχομαι να σε πάγω».
Για να πέσει η εκπληκτική ατάκα:
«Αρχάγγελο και πούστη, πρώτη φορά βλέπω!»

Τα τελευταία χρόνια της ζωής της είχε επιλέξει να κάνει παρέα μόνο με λίγους ανθρώπους, όπως με Κώστα Ταχτσή και τον Γιάννη Τσαρούχη, ο οποίος εκπλήρωσε και το μεγάλο της όνειρο, να παίξει σε αρχαία τραγωδία, στην παράσταση «Τρωάδες» που ανέβασε στο θέατρο της οδού Καπλανών, το 1977, με συμπρωταγωνίστρια τη Σμάρω Στεφανίδου. Μάλιστα, ο Τσαρούχης ήθελε να ανεβάσει και μια θεατρική παράσταση με πρωταγωνίστρια τη Νοταρά, αλλά η ηθοποιός λόγω της μεγάλης της ηλικίας, δεν ήταν σε θέση να αποστηθίσει πολλά λόγια. Επίσης, περνούσε πολύ χρόνο μέσα στο σπίτι της διαβάζοντας βιβλία.

Η Σαπφώ Νοταρά και η Σμάρω Στεφανίδου στην παράσταση Τρωάδες του Γιάννη Τσαρούχη το 1977.

Η Αλίκη Γεωργούλη θυμάται εκείνες τις παραστάσεις και στο βιβλίο της «Από τον Λένιν στον Βερσάτζε», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «ΚΑΚΤΟΣ», αναφέρεται νοσταλγικά σε εκείνη την περίοδο: «Όλα τα δίναμε στην πρόβα. Όλα τα δώσαμε στην παράσταση, στο όμορφο θεατράκι της οδού Καπλανών που έφτιαξε. Είκοσι μέρες αλησμόνητες. Επιτυχία. Η Σαπφώ θαυμάσια. Νιάτα πλημμύριζαν τις κερκίδες. Νιάτα ορμούσαν στα καμαρίνια, αμέσως μετά το Ράλι Αντίκα. Τελείωνε η παράσταση και έτρεχαν η Σμάρω και η Σαπφώ, τα δυο ερείπια του έργου, να παραβγεί η μια την άλλη, σαν παιδούλες πάνω στο σανίδι ποια θα βγει πρώτη, να πάρει το ξέσπασμα από το χειροκρότημα. Έτσι είχε βαφτίσει το χαιρετισμό μας ο Τσαρούχης: “Γάλι-Αντίκα”.

Ο Νίκος Θωμόπουλος εξιστορεί στο blog “Cinemainfo”: «Το άβατο της μοναξιάς της δεν το πάτησε ποτέ κανείς. Στη διάρκεια της ημέρας την έβλεπες συχνά να κάθεται μονάχη της στο τραπεζάκι κάποιου καφενείου, να μηρυκάζει τη θλίψη της, να ηλεκτρίζεται στη θέα των απόμαχων της ζωής και να καπνίζει τα κόκκινα τσιγάρα της. Οι άνθρωποι του θεάματος δεν της φέρθηκαν καλά, δεν εκτίμησαν το ταλέντο της, δεν μπόρεσαν να διακρίνουν τον αρχαίο σπαραγμό της. Εκείνη την πρώτη μεταπολεμική περίοδο των αιωνίως ερωτευμένων νεαρών πλάι στις ακρογιαλιές και μέσα στα σπορ αυτοκίνητα, πίσω από τη βροντερή και βραχνή φωνή της υπηρέτριας και σπιτονοικοκυράς, που της έδιναν να παίζει στον κινηματογράφο υπήρχε ένα άτομο παρατημένο από τις ανθρώπινες φιλοδοξίες των ημερών. Με μια παράξενη ανθρωπιά και αγνότητα, που έκανε τους ρόλους της τόσο πιστευτούς, γιατί έδινε στις λέξεις ύλη, όταν φώναζε «μπουρλότο!». Ο Γιάννης Τσαρούχης συνέλαβε το πραγματικό της ταλέντο και της δίνει το ρόλο της κορυφαίας του χορού αλλά και όλα τα χορικά των “Τρωάδων”. Υπέφερε από σοβαρή αρθρίτιδα και σάκχαρο, λόγω των γλυκών που έτρωγε συχνά για να ξεγελά την πείνα της, λόγω των πενιχρών εσόδων της. Κανένας πολιτιστικός ή κρατικός φορέας δε νοιάστηκε γι΄ αυτήν. Άλλωστε η πλειοψηφία των συναδέλφων της τη θεωρούσε απλά ένα κωμικό πρόσωπο. Ενώ στεκόταν πεθαμένη στην ψάθινη καρέκλα της, η ανοιχτή τηλεόραση συνέχιζε να παίζει αδιάφορη, πουλώντας ψεύτικα όνειρα και πιπεράτα σκάνδαλα στα θύματα της νέας εποχής».

Η Σαπφώ Νοταρά και ο Δημήτρης Χορν στην ταινία «Κυριακάτικο Ξύπνημα» το 1954.

Η Σαπφώ Νοταρά ήταν μοναχικός άνθρωπος και δύσκολος χαρακτήρας, σύμφωνα με όσους τη γνώριζαν. «Ήταν ένας άνθρωπος με εκτόπισμα πολλών ανθρώπων μαζί», παρατηρεί εύστοχα και ο σκηνοθέτης Γιάννης Σμαραγδής. Ζούσε ολομόναχη, αντιμετωπίζοντας πολλά προβλήματα υγείας και χωρίς οικονομικούς πόρους, σ’ ένα μικρό διαμέρισμα στην πλατεία Κουμουνδούρου στην Αθήνα, το νοίκι του οποίου πλήρωνε ένας νέος επιχειρηματίας, φανατικός θαυμαστής της.

Η σπουδαία ηθοποιός βρέθηκε νεκρή στο διαμέρισμά της από τους κατοίκους της περιοχής στις 11 Ιουνίου του 1985 σε ηλικία 75 ετών, στη συνηθισμένη της θέση και με ένα τσιγάρο που είχε σβήσει στο χέρι της. Σύμφωνα με την ιατροδικαστική έκθεση είχε αφήσει την τελευταία της πνοή δύο ημέρες νωρίτερα, λόγω καρδιακής προσβολής. Ο μεγαλύτερός της φόβος όπως είχε δηλώσει ήταν αυτός, να πεθάνει ολομόναχη και αβοήθητη. Η τελευταία της παράσταση είχε πικρό φινάλε. «Στης μοναξιάς το άβατο θηρίο Βαρκάρης την περίμενε σε έρημο γιαλό». Έτσι αρχίζει το τραγούδι που γράφτηκε για τη Σαπφώ Νοταρά από το στιχουργό Ηλία Κατσούλη στο cd «Carte Postale», του Νότη Μαυρουδή, που κυκλοφορεί από την Eros Music. Σίγουρα, απόλυτα ταιριαστό για τον τραγικό της επίλογο.

Στον παρακάτω σύνδεσμο, από το site της Lifo, ακολουθεί μια μοναδική αφήγηση διάρκειας 2 ωρών και 20 λεπτών, όπου η Σαπφώ Νοταρά διαβάζει 7 διηγήματα του μεγάλου διηγηματογράφου Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη: https://www.lifo.gr/articles/anagnoseis_articles/174089/i-sapfo-notara-diavazei-7-diigimata-toy-papadiamanti

Επιμέλεια: Κατερίνα Σχοινά, Φιλόλογος – Δημοσιογράφος

No comments so far.

Be first to leave comment below.

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Αρέσει σε %d bloggers: