Θα κάνατε ηλεκτροσόκ σε έναν άνθρωπο; – Τι λέει η επιστήμη Θα κάνατε ηλεκτροσόκ σε έναν άνθρωπο; – Τι λέει η επιστήμη
Εννέα στους δέκα θα μπορούσαν να κάνουν έναν συνάνθρωπό τους να υποφέρει. Είναι αρκετό κάποιος άλλος που να αναλάβει την ευθύνη για τη συγκεκριμένη... Θα κάνατε ηλεκτροσόκ σε έναν άνθρωπο; – Τι λέει η επιστήμη

Εννέα στους δέκα θα μπορούσαν να κάνουν έναν συνάνθρωπό τους να υποφέρει. Είναι αρκετό κάποιος άλλος που να αναλάβει την ευθύνη για τη συγκεκριμένη πράξη.

Μια ομάδα ερευνητών της Σχολής Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Ανθρωπιστικών Επιστημών του Βρότσλαβ της Πολωνίας, με επικεφαλής τον Τόμας Γκρζιμπ αποφάσισαν πριν δύο χρόνια να επαναλάβουν ένα από τα πιο διάσημα πειράματα που έχουν γίνει στην ανθρωπότητα μέχρι σήμερα. Το περιβόητο πείραμα του Μίλγκραμ[i]. Αυτή τη φορά με 40 άνδρες και 40 γυναίκες ηλικίας 18 έως 69 ετών. Τα αποτελέσματα δεν ήταν θετικά και δημοσιοποιήθηκαν πρόσφατα στο περιοδικό Κοινωνικής Ψυχολογίας «Social Psychological and Personality Science». Αποδείχθηκαν χειρότερα από αυτά του πρώτου πειράματος. Η έρευνα ανέδειξε ότι το 90% των συμμετεχόντων θα προχωρούσε μέχρι το σημείο να κάνει ηλεκτροσόκ με τάση 450 βολτ σε έναν άγνωστο άνθρωπο.

Ο Μίλγκραμ, το 1961 αποφασίζει να διεξάγει το πρώτο πείραμα. Τρεις μήνες πριν είχε ξεκινήσει η δίκη του Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ. Έχουν ήδη γίνει οι δίκες της Νυρεμβέργης και του Νταχάου και όλη η υπερασπιστική γραμμή των περισσότερων εγκληματιών Ναζί βασίζεται πάνω στο ότι υπάκουαν σε εντολές. Ακόμα και ο Γκέρινγκ, από τα ανώτατα στελέχη του Κόμματος, δήλωνε στη δίκη: «Είχαμε εντολές να υπακούμε στο κράτος…»

Συγκεκριμένα, η δίκη του Άιχμαν γίνεται σημείο αναφοράς για αναλύσεις γύρω από το θέμα της υποταγής στην εξουσία και της προσωπικής ευθύνης απέναντι σε ένα έγκλημα. Τελικά  ο Άιχμαν είχε κάποιου είδους διαστροφή και ήθελε να επιβάλει με κάθε τρόπο την εξουσία στην οποία πίστευε και την οποία ασκούσε ή ήταν ένας «κανονικός» άνθρωπος, ένας ευσυνείδητος «υπάλληλος» μιας εξουσιαστικής δομής;

Αυτό ήταν το ερώτημα – «αφετηρία» που έκανε τον καθηγητή στο Yale, Stanley Milgram, να σκεφτεί το πείραμα. Τα ερωτήματα που τέθηκαν ήταν τα εξής: «Θα μπορούσε να ισχύει ότι ο Άιχμαν και οι συνεργοί-«βοηθοί» του στο Ολοκαύτωμα ακολουθούσαν απλά εντολές; Θα μπορούσαμε να τους αποκαλέσουμε όλους συνεργούς-«βοηθούς»;». Τελικά απέδειξε το πρώτο πείραμα του Μίλγκραμ το οποίο συνοψίστηκε από τον ίδιο ως εξής, στο άρθρο του «Οι κίνδυνοι της υπακοής» (The Perils of Obedience, 1974):

«Οι νομικές και φιλοσοφικές πτυχές της υπακοής έχουν τεράστια σημασία, αλλά λένε πολύ λίγα για το πως οι περισσότεροι άνθρωποι συμπεριφέρονται σε συγκεκριμένες καταστάσεις. Έστησα ένα απλό πείραμα στο Πανεπιστήμιο Γιέιλ, για να διαπιστώσω πόσο πόνο θα μπορούσε να προκαλέσει ένας απλός πολίτης, σε ένα άλλο πρόσωπο, μόνο και μόνο, επειδή έτσι διατάχθηκε από έναν πειραματιστή επιστήμονα…

Η εξαιρετική προθυμία των ενηλίκων ν’ ακολουθήσουν σχεδόν σε οποιοδήποτε μήκος τις εντολές της εξουσίας, αποτελεί το κύριο εύρημα της μελέτης και το γεγονός απαιτεί επειγόντως εξηγήσεις. […] Οι απλοί άνθρωποι, που κάνουν απλά την εργασία τους, και χωρίς καμία ιδιαίτερη εχθρότητα από την πλευρά τους, μπορούν να μετατραπούν σε ενεργούς παράγοντες σε μια τρομερά καταστρεπτική διαδικασία. Επιπλέον, ακόμη και όταν τα καταστρεπτικά αποτελέσματα της εργασίας τους γίνονται απολύτως σαφή, και τους ζητείται να προβούν σε ενέργειες ασυμβίβαστες με θεμελιώδεις κανόνες της ηθικής, σχετικά λίγοι άνθρωποι έχουν τα εφόδια που απαιτούνται για να αντισταθούν στην εξουσία».

Η αμφισβήτηση και οι καινούργιες επαληθεύσεις

Μετά τη διεξαγωγή του πειράματος ασκήθηκε οξεία κριτική στον ερευνητή. Στο μεγαλύτερο ποσοστό η κριτική αυτή αφορούσε στο αν το πείραμα ήταν ηθικό. Πολλά ήταν τα δημοσιεύματα, όμως, που αμφισβήτησαν και το ίδιο το πείραμα ως προς την μεθοδολογία και τα συμπεράσματά του. Οι βασικότερες αντιρρήσεις εκφράζονταν γύρω από τα εξής:

  • Οι συμμετέχοντες ήταν όλοι άντρες.
  • Το δείγμα δεν ήταν αντιπροσωπευτικό ούτε για τη Δύση, ούτε για τον υπόλοιπο κόσμο
  • Θα έπρεπε οι συμμετέχοντες να γνωρίζουν ότι έχουν το δικαίωμα να αποσυρθούν εφόσον δεν θέλουν να προχωρήσουν.

Ο Μίλγκραμ έδωσε απάντηση στο τελευταίο ζήτημα ότι η μελέτη αφορούσε ακριβώς στο ζήτημα της υπακοής και ότι, παρόλο που γινόταν σχετικά δύσκολο το να αποσυρθεί κάποιος, το 35% των συμμετεχόντων αποσύρθηκε. Γιατί να μη το έκανε και το υπόλοιπο 65%; Tα υπόλοιπα δύο ζητήματα απάντησαν κατοπινές έρευνες. Μετά από το πρώτο πείραμα του Μίλγκραμ ακολούθησαν μια σειρά από πανομοιότυπα πειράματα, σε διαφορετικές περιοχές του κόσμου, συμπεριλαμβανομένων ανδρών και γυναικών, διαφορετικών ηλικιών και τα αποτελέσματα έχουν βγει πάντα ίδια: η συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων θα έφτανε στο σημείο να προκαλέσει ηλεκτροσόκ σε έναν αβοήθητο άνθρωπο, κάποιες φορές και σε μεγαλύτερο ποσοστό.

Τα αποτελέσματα της Πολωνίας

Ο Γκρζιμπ, αμέσως μετά τη δημοσιοποίηση του τελευταίου πειράματος στην Πολωνία, δήλωσε χαρακτηριστικά πως όταν οι άνθρωποι μαθαίνουν για το πείραμα του Μίλγκραμ, συνήθως δηλώνουν ότι δεν θα συμπεριφέρονταν ποτέ με τον ίδιο τρόπο, δεν θα υπέβαλαν ποτέ συνανθρώπους τους σε πόνο. Ωστόσο, η μελέτη απέδειξε το αντίθετο. Πενήντα-πέντε χρόνια μετά την πρωτοβουλία του Milgram, «μια εντυπωσιακή πλειονότητα των ανθρώπων είναι ακόμη πρόθυμοι να κάνουν ηλεκτροσόκ σε έναν αβοήθητο άνθρωπο».

Αυτή τη φορά, φαίνεται να είναι λίγο χειρότερα τα πράγματα. Στο πείραμα του Μίλγκραμ μόνο το 65% είχε αποδεχτεί να φτάσει στο πιο ισχυρό ηλεκτροσόκ. Σήμερα, το ποσοστό αυτό ανέρχεται στο 90%. «Η μελέτη μας έδειξε για μια ακόμη φορά την φοβερή δύναμη των συνθηκών του κοινωνικού περιβάλλοντος και πόσο εύκολα οι άνθρωποι μπορούν να συμφωνήσουν να κάνουν πράγματα που βρίσκουν δυσάρεστα», δήλωσε ο Γκρζιμπ. Και αυτή τη φορά, όπως και στα υπόλοιπα αντίστοιχα πειράματα, φαινόταν ότι όσοι αρχικά δίσταζαν, συμφωνούσαν να προχωρήσουν όταν ο «ερευνητής» αναλάμβανε την ευθύνη για ό,τι συμβαίνει.

Αξίζει να σημειωθεί, ότι όταν το «θύμα» που δεχόταν το «ηλεκτροσόκ» ήταν γυναίκα, τότε ο αριθμός των εθελοντών που αρνούνταν να εκτελέσουν τις εντολές ήταν τριπλάσιος από ότι όταν το «θύμα» ήταν άνδρας.

Οι απόψεις σχετικά με αυτά τα πειράματα ποικίλουν. Οπωσδήποτε οι συνθήκες είναι εργαστηριακές και καμία σχέση δεν έχουν με τις πραγματικές συνθήκες του Ολοκαυτώματος ή άλλων εγκληματικών καταστάσεων, όπου τα υποκείμενα γνωρίζουν ότι θα προκαλέσουν βλάβη ή θάνατο στα θύματά τους, πιστεύοντας ότι έτσι θα δικαιωθεί κάποιος σκοπός.

Ωστόσο, θα είχε ενδιαφέρον να εξετάζαμε διάφορα στατιστικά στοιχεία, όπως: Πόσες γυναίκες, δέχτηκαν να προχωρήσουν μέχρι τέλους και πόσοι άντρες, ή σε ποιες περιοχές και σε ποια ιστορικο-πολιτική περίοδο διεξήχθη το καθένα από αυτά τα πειράματα.

Το σίγουρο είναι ότι η σχέση της εξουσίας και της υποταγής συγκροτεί αυτό που αποκάλεσε η Χάνα Άρεντ «κοινοτοπία του κακού». «Τα έργα ήταν τερατώδη, αλλά ο δράστης […]ήταν αρκετά συνηθισμένος, ούτε τερατώδης ούτε δαιμονικός», έγραφε για τον Άιχμαν.

Δείτε:

[i] Στο πείραμα αυτό, κλήθηκαν 40 άντρες εθελοντές, ηλικίας από 20 έως 50 ετών, με διαφορετικό επαγγελματικό υπόβαθρο, από την περιοχή του Νιου Χέηβεν. Οι εθελοντές πληρώθηκαν 4.50 δολλάρια για τη συμμετοχή τους. Το πείραμα ξεκινούσε με την γνωριμία του κάθε εθελοντή με άλλον «εθελοντή», ο οποίος ήταν συνεργάτης του Μίλγκραμ. Θα έπρεπε μεταξύ τους να μοιράσουν ρόλους: ο ένας θα ήταν ο δάσκαλος και ο άλλος ο μαθητής. Τραβούσαν βέργες (οι οποίες ήταν «στημένες») και πάντα «τύχαινε» ο εθελοντής να γίνεται δάσκαλος. Χωρίζονταν σε δύο δωμάτια, με τον δάσκαλο να έχει μαζί του έναν υποτιθέμενο ερευνητή. Οι οδηγίες ήταν ότι κάθε φορά που ο μαθητής θα απαντούσε λάθος στην ερώτηση του δασκάλου, ο δάσκαλος θα του ασκούσε μια δόση ηλεκτροσόκ, η οποία θα αυξανόταν σιγά-σιγά φτάνοντας μέχρι τα 450 βολτ. Στην πραγματικότητα οι μαθητές δεν συνδέονταν με τα καλώδια, κάτι που δεν γνώριζαν οι δάσκαλοι. Ο ερευνητής, όταν έβλεπε ότι ο δάσκαλος δίσταζε του έδινε με τη σειρά τις παρακάτω εντολές:

Παρακαλώ συνεχίστε

Το πείραμα απαιτεί να συνεχίσετε

Είναι απολύτως αναγκαίο να συνεχίσετε

Δεν έχετε καμία άλλη επιλογή, πρέπει να συνεχίσετε.

Κατά τη διάρκεια της εφαρμογής «ηλεκτροσόκ» ακούγονταν φωνές πόνου και κλάματα από το διπλανό δωμάτιο, όπου βρισκόταν ο μαθητής.

Το πείραμα σταματούσε εάν ο δάσκαλος επέμενε μετά τις τέσσερις εντολές να μην προχωρήσει παραπέρα. Αλλιώς σταματούσε αφού ο δάσκαλος είχε πατήσει τρεις φορές το κουμπί των 450 βολτ.

Πηγές:

http://www.spsp.org/news-center/press-releases/milgram-poland-obey

http://www.simplypsychology.org/milgram.html

https://en.wikipedia.org/wiki/Milgram_experiment

No comments so far.

Be first to leave comment below.

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Αρέσει σε %d bloggers: