Δρ. Βασιλική Χρυσανθοπούλου: «Τόποι Μνήμης στην Καστελλοριζιακή Μετανάστευση και Διασπορά» Δρ. Βασιλική Χρυσανθοπούλου: «Τόποι Μνήμης στην Καστελλοριζιακή Μετανάστευση και Διασπορά»
Πώς ένα τραγικό συμβάν μπορεί να γίνει σημείο αναφοράς και πυρήνας ανάμνησης και μνήμης; Η Δρ. Βασιλική Χρυσανθοπούλου μας τα εξηγεί όλα αυτά στο... Δρ. Βασιλική Χρυσανθοπούλου: «Τόποι Μνήμης στην Καστελλοριζιακή Μετανάστευση και Διασπορά»

Πώς ένα τραγικό συμβάν μπορεί να γίνει σημείο αναφοράς και πυρήνας ανάμνησης και μνήμης; Η Δρ. Βασιλική Χρυσανθοπούλου μας τα εξηγεί όλα αυτά στο βιβλίο της «Τόποι Μνήμης στην Καστελλοριζιακή Μετανάστευση και Διασπορά» που εκδόθηκε πρόσφατα από τις εκδόσεις Παπαζήση. Παρόλο που πρόκειται για ένα έργο επιστημονικό είναι ένα βιβλίο που μπορεί να γινει εύκολα αναγνώσιμο ακόμη και από κάποιον που δεν έχει καμία σχέση με την επιστήμη της Λαογραφίας. Τη συναντήσαμε στο γραφείο της στο Πανεπιστήμιο Αθηνών σ’ ένα χώρο γεμάτο με βιβλία.

Η Βασιλική Χρυσανθοπούλου είναι Επίκουρη Καθηγήτρια Κοινωνικής Λαογραφίας στο Τμήμα Φιλολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Σπούδασε Κλασική Φιλολογία και έκανε Μεταπτυχιακά και Διδακτορικό πάνω στην Κοινωνική Ανθρωπολογία. Εκτός από την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, στο παρελθόν έχει διδάξει και αγγλική γλώσσα σε φροντιστήρια ξένων γλωσσών, αλλά και ελληνικά στην Αυστραλία και αγγλικά για διερμηνείς. 

Θα ήθελα να μας μιλήσετε για την εμπειρία σας στην Τριτοβάθμια εκπαίδευση σε σχέση με την Ανθρωπολογία και τη Λαογραφία. 

Το 1997 ξεκίνησε να διδάσκει ως ειδική επιστήμονας με σύμβαση του 407 στο Πανεπιστήμιο του Αιγαίου στην Μυτιλήνη στο Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και Ιστορίας, όπου δίδαξα περισσότερο μαθήματα σχετικά με μειονότητες και μετανάστευση. Ήταν αρκετά πρωτοποριακό, γιατί τότε μπήκε και η διδασκαλία αυτών των μαθημάτων μέσα στο πρόγραμμα σπουδών του Πανεπιστημίου Αιγαίου τουλάχιστον. Δίδαξα εκεί περίπου επτά χρόνια, γιατί κάποιες φορές είχα μέσα στο χρόνο μόνο ένα εξάμηνο διδασκαλίας. Δίδαξα επίσης και στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων για έναν χρόνο Ιστορία των Μεσογειακών Λαών και Μεσογειακό Πολιτισμό. Από το 2004 έως και το 2010 ξεκίνησα να εργάζομαι ως ερευνήτρια στο Κέντρο Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών. Από τις αρχές του 2011 διδάσκω μαθήματα Λαογραφίας, όπως Εισαγωγή στη Λαογραφία, Κοινωνική Λαογραφία και Μεταπτυχιακά Μαθήματα Λαογραφίας στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Ποιο είναι το ερέθισμα εκείνο που σας έκανε να ασχοληθείτε με την επιστήμη της Λαογραφίας και με την Ανθρωπολογία στη συνέχεια, ενώ έχετε τελειώσει Κλασική Φιλολογία;

Λαογραφία είχα ως μάθημα προπτυχιακό ήδη από τότε που ήμουν φοιτήτρια στο πρώτο έτος από το 1977 έως το 1982. Στις αρχές του ’82 πήρα και το πρώτο μου πτυχίο στην Κλασική Φιλολογία. Μου άρεσαν πολύ τα Αρχαία, τα Λατινικά και αγαπούσα πάρα πολύ και τη Γλωσσολογία. Μάλιστα στο τέλος είχα να διαλέξω ανάμεσα στη Λαογραφία και στη Γλωσσολογία! Αυτό όμως που με τράβηξε στη Λαογραφία είναι ότι ασχολείται με το σύγχρονο λαϊκό ελληνικό πολιτισμό. Με όλο τον σεβασμό και την αγάπη για τον πολιτισμό της Αρχαιότητας και της Βυζαντινής περιόδου, με τραβούσε ο νεότερος λαϊκός πολιτισμός, που για ‘μένα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον και ήταν πιο κοντά σε αυτά που γνώριζα.

Ήδη κιόλας από το πρώτο έτος η αείμνηστη καθηγήτριά μας Μαρία Μηλίγκου – Μαρκαντώνη μας ενθάρρυνε να κάνουμε επιτόπια έρευνα. Είχα κάνει μια εργασία στον τόπο καταγωγής μου ως τρίτης γενιάς Βυτιναία, καθώς ο παππούς μου είχε γεννηθεί στη Βυτίνα της Αρκαδίας. Είχα, λοιπόν, την ευκαιρία να περάσω ένα καλοκαίρι στη Βυτίνα μαθαίνοντας για τη ζωή των ντόπιων και τον πολιτισμό τους. Μου άνοιξε έτσι ένα μεγάλο παράθυρο στη γνώση του πολιτισμού και της ιστορίας. Από τότε με κέρδισε η Λαογραφία και από φοιτήτρια ήμουν ήδη μέλος της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας. Συγχρόνως αγαπούσα και τη Γλωσσολογία και είχα κάνει και μια εργασία όπου παρήγαγα μια Γραμματική του Πατμιακού Ιδιώματος. Στο τέλος όμως με κέρδισε η Λαογραφία. 

Τελειώνοντας το πρώτο μου πτυχίο και επειδή τότε δεν υπήρχαν μεταπτυχιακά τμήματα ακόμη ήθελα και είχα την ευκαιρία να συνεχίσω σπουδές στο εξωτερικό. Πήρα και κάποιες υποτροφίες και πήγα στην Οξφόρδη, όπου έκανα Masters και μετά Διδακτορικό στην Κοινωνική Ανθρωπολογία. Εκείνη την εποχή δεν διδασκόταν πια Λαογραφία στην Αγγλία και το πιο κοντινό αντικείμενο στα ενδιαφέροντά μου ήταν η Κοινωνική Ανθρωπολογία. Με ενθάρρυναν και πολλοί καθηγητές καθώς θα επέκτεινα τις γνώσεις και τη μεθοδολογία μου στη μελέτη του λαϊκού πολιτισμού, όπως ο Δημήτριος Λουκάτος, που ήταν τότε Πρόεδρος της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας και ήταν κατά κάποιον τρόπο ο μέντοράς μου, ο άνθρωπος που με είχε εμπνεύσει και εξακολουθεί να με εμπνέει παρότι δεν είναι πλέον στη ζωή. 

Η Δρ. Βασιλική Χρυσανθοπούλου στην παρουσίαση του βιβλίου της στις 19.3.2018 στο Αμφιθέατρο «Αντώνης Τρίτσης» του Πνευματικού Κέντρου Δήμου Αθηναίων.

Έχετε ασχοληθεί με την επιτόπια έρευνα σε μία εποχή που οι ανθρώπινες σχέσεις είναι πιο ρευστές σε σχέση με το παρελθόν και είναι δύσκολη η απόκτηση προσωπικής επαφής με κάποιον άγνωστο. Πόσο δύσκολο είναι να προσεγγίσετε ανθρώπους και να σας εμπιστευτούν και να κάνετε έρευνα;

Έχει οπωσδήποτε τις προκλήσεις του το θέμα αυτό και είναι σοβαρό, διότι πρέπει κι εμείς ως ερευνητές να είμαστε προσεκτικοί και να σεβόμαστε τους ανθρώπους που θέλουμε να μας βοηθήσουν. Παλιά χρησιμοποιούσαμε τους όρους πληροφορητής και πληροφοριοδότης, αλλά σήμερα χρησιμοποιούμε τον όρο συνομιλητής, γιατί αντιλαμβανόμαστε πως ανάμεσα στον ερευνητή και στον ερευνώμενο αναπτύσσεται μια αμφιπλευρική σχέση, δηλαδή δεν δίνει μόνο ο ένας αλλά και οι δύο. Από την εμπειρία μου οι άνθρωποι όταν αντιληφθούν ότι είσαι ειλικρινής ως προς τις προθέσεις σου και ξέρουν ότι μπορούν να δώσουν χρήσιμες πληροφορίες για κάποια καλή έρευνα, θα είναι καλή και γι’ αυτούς και για το κοινωνικό σύνολο. Τότε δεν αρνούνται τη βοήθειά τους, αλλά πρέπει να τους εξηγήσεις και να κερδίσεις την εμπιστοσύνη τους με τον τρόπο τους. Είναι μια χρονοβόρα διαδικασία, διότι δε γίνεται ξαφνικά ένας άνθρωπος που δε σε ξέρει να σου δίνει πληροφορίες ουσιαστικές και εις βάθος. Για να περάσεις από το επιφανειακό στην πραγματική εμπειρία και να το μεταδώσεις στους άλλους μετά πρέπει να τους γνωρίσεις από κοντά για να συνομιλήσεις πραγματικά και εξαρτάται και από τις προσωπικότητες και τις περιστάσεις. Για να ερευνήσεις χρειάζεσαι μεγάλο χρονικό διάστημα. Είναι θέμα εμπειρίας, τεχνογνωσίας, μεθοδικότητας και προσωπικότητας. 

Πρόσφατα εκδόθηκε το βιβλίο σας «Τόποι Μνήμης στην Καστελλοριζιακή Μετανάστευση και Διασπορά» από τις εκδόσεις Παπαζήση και μάλιστα στις 11 Ιουνίου θα βραβευτείτε και με το βραβείο «Βασίλη Μοσκόβη». Πώς ξεκίνησε η ιδέα γι’ αυτό το βιβλίο και ποιο θέμα πραγματεύεται;

Το βιβλίο γεννήθηκε από την πολυετή ενασχόλησή μου με τους καστελλοριζιούς της διασποράς, διότι έκανα το διδακτορικό μου πάνω στην ταυτότητα των Καστελλοριζιών που ζουν στο Περθ της δυτικής Αυστραλίας. Βρέθηκαν εκεί μέσα από μια αλυσιδωτή μετανάστευση από το Καστελλόριζο και από τις παροικίες των καστελλοριζιών στην Μικρά Ασία, στην Αίγυπτο, αλλά και αλλού. Η μετανάστευση ξεκίνησε στα τέλη του 19ου με αρχές του 20ου αιώνα. Ακολουθούσε κατά κύματα διάφορα πολιτικά και κοινωνικά γεγονότα που επηρέασαν το Καστελλόριζο και έτσι έφευγαν κατά κύματα οι μετανάστες. Ο πρώτος Καστελλοριζιός που εγκαταστάθηκε από τα τέλη του 19ου αιώνα στο Περθ δημιούργησε τον πρώτο πυρήνα υποδοχής κατά κάποιον τρόπο και όσοι έρχονταν μετά έβρισκαν ήδη μια μικρή κοινότητα που είχε δημιουργηθεί και σιγά – σιγά αυξήθηκε. Σήμερα έχουμε οκτώ με δέκα χιλιάδες Καστελλοριζιοί και απόγονοι Καστελλοριζιών. Πλέον έχουμε μετανάστες στην πέμπτη γενιά στο Περθ και υπάρχουν βέβαια και σε άλλα μέρη της Αυστραλίας. Έκανα εκεί την επιτόπια έρευνά μου επί δύο χρόνια, από τα τέλη του 1984 μέχρι τα τέλη του 1986 και στη συνέχεια παρότι επέστρεψα στην Ελλάδα συνέχισα να κρατάω επαφή με τους Καστελλοριζιούς αυτούς, ιδιαίτερα όποτε έρχονταν στην Ελλάδα. Ξαναπήγα στην κοινότητα αυτή το 2004, οπότε τους είδα μετά από μια γενιά πως είχε εξελιχθεί η κοινότητα που μελέτησα.

Από την παρουσίαση του βιβλίου της καθηγήτριας Βασιλικής Χρυσανθοπούλου στην Εκδήλωση Συνδέσμου Απανταχού Καστελλοριζίων στον Πειραιά στις 18.4.2018.

Το έναυσμα όμως μου δόθηκε όταν σκέφτηκα πως έπρεπε να γράψω και ένα βιβλίο. Είχα ήδη γράψει πολλά άρθρα στα ελληνικά και στα αγγλικά για διάφορες εκφάνσεις της ζωής και της ταυτότητας των Καστελλοριζιών, τόσο στο Καστελλόριζο, όσο και στην Αυστραλία. Το όφειλα και στην κοινότητα, διότι όταν ήμουν εκεί ακόμη ζούσαν σε μεγάλη ηλικία Καστελλοριζιοί και Καστελλοριζιές που είχαν βιώσει πολύ σημαντικά γεγονότα και τρόπους ζωής στο νησί τους, που μου τα αφηγήθηκαν με διάφορους τρόπους. Έπρεπε αυτά να δοθούν πίσω στην κοινότητα και αυτή είναι και μία από τις δουλειές μας ως επιστήμονες, το υλικό που συγκεντρώνουμε να επιστρέφει πίσω στην κοινότητα με κάποιον τρόπο.

Το μοιραίο πλοίο «Empire Patrol» που έφερε το θάνατο για 33 Καστελλοριζιούς μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου στις 29 Σεπτεμβρίου του 1945 .

Είναι δύσκολο όμως όταν έχεις γράψει πάρα πολλά να εστιάσεις σε κάτι πρωτότυπο. Τότε αναζήτησα στο διαδίκτυο τη λέξη «Empire Patrol», το όνομα ενός πλοίου που μετέφερε τους Καστελλοριζιούς μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Πολλοί από αυτούς έζησαν επί δύο χρόνια σε στρατόπεδα για πρόσφυγες στο Μουσεϊράτ της Παλαιστίνης στη Γάζα, έπειτα από μεταφορά τους από τους Βρετανούς υπό την εποπτεία της Ούνρα. Είχαν μεταφερθεί εκεί επειδή το νησί τους έγινε συμμαχική βάση και περνούσαν συνεχώς τα γερμανικά αεροπλάνα και το βομβάρδιζαν. Όταν τελείωσε αυτή η περίοδος από το 1943 ως το 1945 με το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου οι Καστελλοριζιοί μεταφέρθηκαν στο Πορτ Σάιντ και από εκεί γύρω στα 1.500 άτομα μπήκαν σε τρία καράβια διαδοχικά για να επιστρέψουν στο ρημαγμένο Καστελλόριζο. Το τελευταίο καράβι, το»Empire Patrol», μετέφερε περίπου 500 άτομα, κυρίως γυναικόπαιδα. Ήταν 29 Σεπτεμβρίου του 1945 και γύρω στα 28 μίλια έξω από το Πορτ Σάιντ έπιασε φωτιά για λόγους που ακόμα δεν έχουν ξεκαθαριστεί και βυθίστηκε. Στο ναυάγιο αυτό χάθηκαν 33 Καστελλοριζιοί. Οι υπόλοιποι επέστρεψαν πίσω και μάλιστα πολλοί από αυτούς δε γύρισαν στο Καστελλόριζο και πήγαν κατευθείαν στην Αυστραλία, όπου ήταν οι συγγενείς και οι φίλοι τους.

Κάποιοι άνθρωποι που ήταν ακόμα παιδιά στο ναυάγιο κράτησαν στη μνήμη τους όλο αυτό το γεγονός και ήθελαν να το ψάξουν και να δουν τι ακριβώς είχε συμβεί. Ανάμεσα σε αυτούς ένας Καστελλοριζιός που έγινε γιατρός στο Περθ, ο Απόστολος Βογιατζής, είχε κρατήσει μια φωτογραφία από ένα γαλλικό περιοδικό που έλεγε «sinister a mar» που έδειχνε τρία παιδάκια προσφυγόπουλα. Μέσα σε αυτήν ήταν και εκείνος. Ήταν ημίγυμνα με τα φανελάκια τους μετά από το ναυάγιο και περπατούσαν στο Πορτ Σάιντ. Κράτησε μαζί του αυτή τη σελίδα με τη φωτογραφία για να του θυμίζει το γεγονός. Μεγαλώνοντας άρχισε να το ψάχνει. Ο Paul Voyiatzis εν τέλει μαζί με έναν άλλο Καστελλοριζιό ερεύνησαν στα αρχεία το θέμα του ναυαγίου. Έβγαλαν και το βιβλίο «Embers on the sea», «Αποκαΐδια στη θάλασσα», το οποίο περιέγραφε το ναυάγιο, περιελάμβανε αφηγήσεις πάλι για το ναυάγιο, καθώς και το δικαστήριο που έγινε.

Ο Ευάγγελος Χατζηγιαννάκης, αφηγητής μέσα στο βιβλίο της Βασιλικής Χρυσανθοπούλου, στην παρουσίαση του βιβλίου της στις 19.3.2018 στο Αμφιθέατρο «Αντώνης Τρίτσης» του Πνευματικού Κέντρου Δήμου Αθηναίων.

Το 2010 αποφάσισαν να φτιάξουν μία ιστοσελίδα για το ναυάγιο, στην οποία έπεσα εγώ τυχαία το 2014 που το έψαχνα. Η ίδια ιστοσελίδα είναι ένας τόπος μνήμης όπως λέει και το βιβλίο μου για την καστελλοριζιακή μετανάστευση και διασπορά. Έχει στοιχεία και αφηγήσεις από ανθρώπους που έζησαν το ναυάγιο, από μέλη του πληρώματος, έχει πλούσιο φωτογραφικό υλικό και είναι στα αγγλικά. Μέσα σ’ αυτόν τον τόπο μνήμης δεν ανασυγκροτείται μόνο το ναυάγιο, αλλά και η ίδια η ιστορία των καστελλοριζιών κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και μετανάστευσή τους έπειτα στην Αυστραλία. Υπάρχει κι ένα guest book, όπου οι επισκέπτες του ιστοτόπου, συνήθως απόγονοι αυτών των Καστελλοριζιών που είχαν ναυαγήσει, βάζουν μέσα τις δικιές τους εμπειρίες, συναισθήματα, αλλά και νέα στοιχεία για το γεγονός. Αυτό αποτέλεσε τον πυρήνα του βιβλίου, που περιλαμβάνει και ζωντανές αφηγήσεις που εγώ κατέγραψα στο Καστελλόριζο, στη Ρόδο και στην Αθήνα από άτομα που επιβίωσαν από το ναυάγιο, καθώς και τη ρίμα του ναυαγίου, ένα αφηγηματικό τραγούδι που έβγαλαν οι Καστελλοριζιοί μετά από το γεγονός και αφηγείται τα συναισθήματά τους. μου το τραγούδησε ο Σπύρος Χούλης στης Ρόδο το 2005, όταν του πήρα συνέντευξη εκεί. Ήταν μια ρίμα που έφτιαξε η μητέρα του, η Καμαριανή Χούλη, που με τα εννέα παιδιά της βρισκόταν στο «Empire Patrol» και σώθηκαν όλοι. Το βιβλίο περιλαμβάνει και ένα συνοδευτικό CD με τις ζωντανές αφηγήσεις που κατέγραψα και τη ρίμα του ναυαγίου. 

Η ρίμα του ναυαγίου όπως ερμηνεύτηκε από την Παρασκευή Γ. Κανελλάτου στην παρουσίαση του βιβλίου στις 19.3.2018 στο Αμφιθέατρο «Αντώνης Τρίτσης» του Πνευματικού Κέντρου Δήμου Αθηναίων.

Ποιος αφηγητής σας έχει μείνει περισσότερο χαραγμένος στη μνήμη σας και για ποιον λόγο;

Και οι τρεις αφηγητές μου ήταν εξαιρετικοί και είχε ο καθένας να δώσει διαφορετικά βιωματικά στοιχεία και διαφορετικά συναισθήματα. Στη μνήμη μου μένει χαραγμένη περισσότερο η Δέσποινα Μισομικέ, διότι δεν είναι πλέον στη ζωή. Μου είναι πιο έντονη συγκινησιακά, γιατί το βιβλίο και η αφήγησή της είναι ένας τόπος μνήμης και για τη Δέσποινα Μισομικέ. Ένα πολύ χαρακτηριστικό στοιχείο της αφήγησής της ήταν το καστελλοριζιακό ιδίωμα, οπότε κανείς ακούει και την καστελλοριζιακή προφορά που δεν διατηρείται πλέον πάρα πολύ. Στο Καστελλόριζο οι μεγαλύτερης ηλικίας άνθρωποι τη μιλούν ακόμα, αλλά λιγοστεύουν. 

Μιλάτε για τόπους μνήμης. Σήμερα οι σύγχρονοι Έλληνες – όχι απαραίτητα μόνο μέσα από ένα τραγικό συμβάν – έχουν την ανάγκη να διατηρήσουν την ταυτότητα και τη μνήμη τους;

Όλοι οι άνθρωποι διατηρούν προσωπικές και συλλογικές μνήμες. Η μνήμη είναι αυτή που καθορίζει και επιβεβαιώνει την ταυτότητά μας. Άνθρωποι που υποφέρουν από Αλτσχάιμερ χάνουν την προσωπικότητά τους, διότι χάνουν την μνήμη τους, τη δυνατότητα να θυμηθούν. Η μνήμη είναι εκείνη που νοηματοδοτεί τον κόσμο γύρω μας, επομένως και οι Έλληνες όπως και κάθε λαός και κάθε ομάδα την τιμούν σε διάφορες περιστάσεις. Η μνήμη φτιάχνει την ταυτότητά μας, έχει όλη τη γνώση και τα σύμβολα, που μέσα από τις αναμνηστήριες τελετές μεταβιβάζονται από τη μια γενιά στην άλλη. 

Από την παρουσίαση του βιβλίου της καθηγήτριας Βασιλικής Χρυσανθοπούλου στην Εκδήλωση Συνδέσμου Απανταχού Καστελλοριζίων στον Πειραιά στις 18.4.2018.

Το διαδίκτυο μπορεί να θεωρηθεί πλέον ως τόπος μνήμης;

Το διαδίκτυο σαφώς και διευκολύνει τη διατήρηση της μνήμης, όπως βλέπουμε και στο βιβλίο μου. Μια ιστοσελίδα για το ναυάγιο λειτουργεί ως ένας τόπος μνήμης και ταυτότητας. Μπαίνοντας μέσα σε αυτόν τον ιστότοπο οι νεότεροι καστελλοριζιοί μαθαίνουν πολλά πράγματα για την ιστορία του νησιού τους και των προγόνων τους. Υπάρχουν πολλοί παρόμοιοι διαδικτυακοί χώροι. Μπορούν ακόμη και να συνδιαλεχθούν με άλλους που έχουν παρόμοια ενδιαφέροντα. Γίνονται κοινότητες πολιτισμού και επικοινωνίας, γιατί πλέον το διαδίκτυο όπως λέμε στις κοινωνικές επιστήμες είναι η έκφραση του σχεσιακού χώρου. 

Σύμφωνα με τη γνώμη σας, η Λαογραφία όντας μια επιστήμη που έχει κατηγορηθεί αρκετά ως προς το περιεχόμενό της ποιο πιστεύεται πως θα είναι το μέλλον της, μάλιστα εν καιρώ οικονομικής κρίσης;

Η Λαογραφία όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, συνδέθηκε με τη δημιουργία εθνών – κρατών και των εθνικών ταυτοτήτων, άρα με τον εθνικισμό. Σε κάποιες περιπτώσεις συνδέθηκε και με διάφορα πολιτικά καθεστώτα, ακραίες περιστάσεις όπως με την περίοδο του Χίτλερ στη Γερμανία ή με διάφορα διδακτορικά καθεστώτα, τα οποία τόνισαν τη σημασία του έθνους με τον δικό τους ιδιαίτερο τρόπο και ενέπλεξαν ιδεολογικά και τη χρήση του λαϊκού πολιτισμού. Η επιστημονική Λαογραφία όμως και στην Ελλάδα δεν είχε ποτέ τέτοιες εμπλοκές. 

Βρίσκεται όμως η επιστήμη σε μία καμπή, λόγω κυρίως των οικονομικών δυσχερειών στην Ελλάδα της κρίσης, καθώς δεν ανανεώνονται οι θέσεις των επιστημόνων, μεταξύ αυτών και των λαογράφων αλλά και άλλων επιστημόνων στα πανεπιστήμια. Δεν υπάρχουν αρκετοί πόροι, επομένως αυτή τη στιγμή έχουμε δυσκολία στο να κρατήσουμε τα τμήματά μας και τους τομείς όπου διδάσκεται η Λαογραφία. Αυτό είναι πάρα πολύ σοβαρό, διότι η Λαογραφία έχει μια πολύ σημαντική παράδοση πίσω της για την Ελλάδα. Με την παύση της αυτό το μεγάλο κεφάλαιο μπορεί να υποβαθμιστεί ή ακόμη χειρότερα και να χαθεί. Για παράδειγμα, στη Φιλοσοφική Σχολή υπάρχει ένα εξαιρετικό μουσείο και αρχείο που έχουν φέρει φοιτητές ήδη από τη δεκαετία του 1960 από όλα τα μέρη της Ελλάδας και από την Κύπρο με υλικό λαογραφικό και εθνογραφικό. Αυτά πρέπει να συνεχιστούν.

Η πρώτη εναέρια φωτογραφία του «Empire Patrol» μέσα στις φλόγες από την αεροπορική δύναμη της Νότιας Αφρικής.

Χρειάζονται, λοιπόν, άνθρωποι. Θεωρώ πως η εμφάνιση της Δημόσιας Λαογραφίας στην Ελλάδα όπως ασκείται αυτή τη στιγμή υπό την αιγίδα και την καθοδήγηση του Υπουργείου Πολιτισμού της Διεύθυνσης Νεότερου Πολιτιστικού Αποθέματος και Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς είναι μια μεγάλη ελπίδα για τη Λαογραφία. Ευαισθητοποιούνται οι άνθρωποι, οι κοινότητες, οι φορείς, τα άτομα σε όλη την Ελλάδα να συγκεντρώσουν και να καταγράψουν υλικό με εκφάνσεις του υλικού πολιτισμού και να τα καταχωρούν στο Εθνικό Ευρετήριο για την Άυλη Πολιτιστική Κληρονομιά, όπως η μαρμαρογλυπτική της Τήνου, η μαστιχοκαλλιέργεια στη Χίο, οι Μωμόγεροι, η τέχνη της πέτρας στα λαγκάδια, οι ξερολιθιές και άλλα πολλά συνεχίζονται να κατατίθενται. Αν αυτοί οι φάκελοι είναι σωστά συμπληρωμένοι μπορούν να κατατίθενται έπειτα και στην UNESCO. Αυτό τονώνει ηθικά τις διάφορες κοινότητες και καθιστά τους λαογράφους ειδικούς επιστήμονες που μπορούν να εργαστούν στον δημόσιο χώρο με τη σωστή μεθοδολογία και κατάρτιση. Οι λαογράφοι θα προβάλλουν με σωστό τρόπο τον νεοελληνικό λαϊκό πολιτισμό και έτσι πρέπει να χρησιμοποιηθούν. Ο πολιτισμός είναι το μεγάλο μας κεφάλαιο στην Ελλάδα της κρίσης.

Ποια είναι τα επόμενα σχέδια σας;

Έχω στο νου μου ένα επόμενο βιβλίο που συνδέεται Κάρπαθο και μάλιστα με το νησί της Σαρίας. Έχει σχέση με το καρπάθικο γλέντι, την τελετουργία, την πολιτιστική κληρονομιά και με άλλα ζητήματα. Έχω ξεκινήσει, αλλά είναι πολύ νωρίς για να δώσω περισσότερες πληροφορίες, διότι ακόμη το δουλεύω. 

Ο ιστότοπος που αναφέρεται στο βιβλίο της καθηγήτριας Βασιλικής Χρυσανθοπούλου για το ναυάγιο:  www.empirepatrol.com

Συνέντευξη: Κατερίνα Σχοινά, Φιλόλογος – Δημοσιογράφος, MA Λαογραφίας

Επιμέλεια: Δρ. Βίκυ Μπαφατάκη, Αρχαιολόγος – Επικοινωνιολόγος

No comments so far.

Be first to leave comment below.

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Αρέσει σε %d bloggers: