Search

Θάνατος, μεταθανάτια βλάβη και βιοηθική του James Stacey Taylor

Απόδοση: Βίκυ Μπαφατάκη, Γιώργος Τσιρίτας

Οι μεταφυσικές απόψεις του Αριστοτέλη γύρω από το θάνατο και τη μεταθανάτια βλάβη[1] υπήρξαν πεδίο αναφοράς ελάχιστων σύγχρονων βιοηθικών μελετητών. Προσφάτως, πλήθος βιοηθικών συζητήσεων έμμεσα βασίζονται στις Αριστοτελικές θέσεις ότι ο θάνατος είναι βλάβη για εκείνον που πεθαίνει και ότι τα άτομα μπορούν να πληγούν ή να αδικηθούν από γεγονότα που συμβαίνουν μετά το θάνατό τους (Taylor, 2014:636).

Η άποψη ότι ο θάνατος είναι, τύποις, μια βλάβη για εκείνον που πεθαίνει, τη «θανάσιμη βλάβη»[2] (MHT) τροφοδοτεί συζητήσεις σχετικά με τη μεταθανάτια προστασία των μεταμοσχεύσεων και την ηθική δεοντολογία της έρευνας για τους νεκρούς (Blatti, 2014).

Ωστόσο υφίστανται βιοηθικοί, όπως, ο James Stacey Taylor (2014:636) που υπερασπίζεται την αμφιλεγόμενη άποψη του Επικουριανισμού[3]  με τον συνδυασμό τριών θέσεων: α. οι νεκροί δεν μπορούν να πληγούν από βλάβη, β. οι νεκροί δεν μπορούν να αδικηθούν και γ. ο θάνατος δεν αποτελεί βλάβη για εκείνον που πεθαίνει (Capes, 2013). Υποστηρίζει, συνολικά και την νεοεπικούρεια αντίληψη ότι τα άτομα δεν μπορούν να επηρεαστούν και να αδικηθούν από γεγονότα που συμβαίνουν μετά το θάνατό τους, και ως εκ τούτου ότι οι μεταθανάτιες βλάβες είναι αδύνατες. Η βασική του θέση είναι ότι η μεταθανάτια βλάβη είναι αδύνατη, υπερασπιζόμενος έναν ηδονιστικό απολογισμό της ευημερίας, σύμφωνα με τον οποίο  ένα άτομο βλάπτεται από ένα γεγονός, εάν επηρεάζει δυσμενώς τις εμπειρίες που έχει (Taylor, 2014:636; Blatti, 2014). Στη συνέχεια εφαρμόζει αυτήν την άποψη σε ζητήματα βιοηθικής, όπως η προμήθεια οργάνων για μεταμόσχευση, η ευθανασία, η υποβοηθούμενη μεταθανάτια αναπαραγωγή.

Οι νεκροί, λοιπόν, δεν μπορούν να υποστούν βλάβη και να αδικηθούν. Θα μπορούσε όμως ο ίδιος ο θάνατος να βλάψει αυτόν που πεθαίνει; Ενώ η επικύρωση του ηδονισμού καθιστά αδύνατη τη «μεταθανάτια βλάβη»[4] (PHT), δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να πληγεί και να αδικηθεί ένα άτομο μετά το θάνατό του (Blatti, 2014).

Οι George Pitcher (1984) και Joel Feinberg (1993) αναφέρουν περί μεταθανάτιας βλάβης, ότι ένα άτομο βλάπτεται, όταν ματαιώνονται τα συμφέροντά του. Αυτός ο απολογισμός για το πώς τα μεταθανάτια συμφέροντα πλήττονται προκαλώντας βλάβη στο άτομο, γεννά το εξής λογικό παράδοξο: η πλήξη των συμφερόντων δημιουργεί ένα γεγονός που προκαλεί βλάβη στο παρελθόν (επειδή η βλάβη αφορά το άτομο όσο είναι εν ζωή. – εδώ ο Taylor υποπίπτει, επίσης, σε σφάλμα, κατά τη γνώμη μου, καθώς υποθέτει εκ των προτέρων ότι η βλάβη αφορά μόνο το προθανάτιο πρόσωπο, χωρίς να αιτιολογεί περαιτέρω στο παρόν άρθρο). Ιδωμένη με τον τρόπο αυτό, η θέση των Pitcher και Feinberg, λαμβάνει τη μορφή αντίστροφης αιτιολόγησης και, έτσι, αποδυναμώνεται. Προς υπεράσπισή της, υποστηρίζουν πως η βλάβη δεν είναι μια αλλαγή-αποτέλεσμα αιτιώδους σχέσης, αλλά εννοιολογικής φύσης. Όμως κατά τον Taylor, δεν μπορεί η βλάβη να είναι μια ιδιότητα που καθορίζεται από τις συνθήκες, μόνο επειδή είναι δυνατόν να αποδοθούν και τέτοιες ιδιότητες στα πρόσωπα. Η βλάβη είναι μια αλλαγή, η οποία δεν λαμβάνεται παθητικά από το άτομο αποτελώντας μια ακόμη ιδιότητα που αποκτά το ‘είναι’ του επειδή κάτι συνέβη στο περιβάλλον, στις συνθήκες, αλλά πρόκειται για μια αλλαγή της οποίας την αιτία έχει υποστεί το ίδιο το άτομο. Η αιτία της είναι μια ενέργεια στραμμένη προς το άτομο που βλάπτεται, άρα για αυτό θα πρέπει τα ματαιωμένα συμφέροντα να επιστρέφουν πίσω στο ζον άτομο δημιουργώντας το παράδοξο της ανάστροφης αιτιολόγησης. Παρόλα αυτά, η παραπάνω επιχειρηματολογία δεν επαρκεί για την εγκαθίδρυση της αδυναμίας ύπαρξης μεταθανάτιας βλάβης, παρά μόνο για το ότι δεν έχουμε λόγο να νομίζουμε πως υπάρχει (Taylor, 2014:636).

Αντίθετα, το ερώτημα αν οι νεκροί μπορούν να αδικηθούν έχει τύχει λιγότερης προσοχής από τους μελετητές. H κοινή πεποίθηση καταφάσκει πως ο νεκρός μπορεί να αδικηθεί. Η θέση, λοιπόν, μοιάζει γενικά αποδεκτή και, άρα, ακόμη και άρρητα, τεκμηριωμένη. Ο Taylor αναγνωρίζει την απουσία λογικής, απουσία που αναγνωρίζει και στην επιχειρηματολογία του προς αυτήν την κατεύθυνση.

Έχει εξαχθεί το συμπέρασμα ότι οι νεκροί δεν μπορούν να πληγωθούν και σίγουρα δεν έχουν προκύψει πειστικά επιχειρήματα για το ότι μπορούν να αδικηθούν. Ο ίδιος ο θάνατος, όμως, είναι βλάβη για αυτόν που πεθαίνει; Ο ηδονισμός που προτείνει ο Taylor έχει ήδη αντιτεθεί στην βλάβη του ατόμου από τον θάνατο, αφού εκείνος δεν βλάπτει τις εμπειρίες του. Θα μπορούσε όμως να υποστηριχθεί ότι ο θάνατος στερώντας εμπειρίες από το μέλλον προκαλεί, στην πραγματικότητα, πλήξη στο άτομο. Προτάσσοντας τον Επικουριανισμό, αποπέμπει τις απόψεις των Nagel (1993), Feldman (1992) και Bradley (2009). Στα παραδείγματα αυτών, ένα άτομο στερείται εμπειρίες από ένα γεγονός που κάνει τη ζωή του να κυλήσει χειρότερα από ό,τι θα συνέβαινε διαφορετικά. Τα επιβλαβή γεγονότα σε ένα γενικό πλαίσιο όπως περιγράφονται από τους μελετητές διαφέρουν, όμως, κατά πολύ από το θάνατο, καθώς αυτός εξαλείφει το πρόσωπο που πεθαίνει ολοσχερώς. Έτσι, χάνουν την ισχύ τους επί του θέματος. Στην αντιπαράθεση με τον Williams14, επίσης, ο οποίος καταφεύγει στο ορθολογικό κριτήριο αποφυγής θανάτου, όπως ορθολογικά αποφεύγουμε και τη βλάβη, πράγμα που συνεπάγεται ότι ο θάνατος είναι βλάβη, ο Taylor φανερώνει ότι τα άτομα θα μπορούσαν ορθολογικά να αποφύγουν και καταστάσεις που δεν τους βλάπτουν, για χάρη καταστάσεων που ενδεχομένως να βλάψουν, αν οι εναλλακτικές καταστάσεις αυτές έχουν μεγαλύτερη αξία γι’ αυτά.

Αποσυνδέοντας τον θάνατο από τη βλάβη, η επικούρεια θεώρηση του Tylor μπορεί να επιδράσει ριζοσπαστικά στις διάφορες συζητήσεις στο πλαίσιο της βιοηθικής που αφορούν είτε ζητήματα σχετικά με το τέλος της ζωής (όπως η αυτοκτονία, η άμβλωση και η ευθανασία) είτε την ηθική μεταχείριση των σωμάτων των ατόμων μετά το θάνατό τους. Οι τοποθετήσεις του μπορούν, ακόμη και αν δεν επαρκέσουν ως βάση για αποφάσεις πάνω στα αμφιλεγόμενα ηθικά προβλήματα, να απωθήσουν, τουλάχιστον, και μάλιστα με τρόπο ηχηρό, πολλά σημαντικά επιχειρήματα που επικρατούν στο πλαίσιο των σχετικών βιοηθικών συζητήσεων -συμπεριλαμβανομένων των επιχειρημάτων που αναφέρονται στην πρόκληση βλάβης και την αδικία προς τους νεκρούς.

[1] Μετάφραση, Δημήτριος Λυπουρλής (2006) Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια. Τόμος 1ος: Βιβλία: Α-Δ. Θεσσαλονίκη: Ζήτρος Οι μεταφυσικές απόψεις του Αριστοτέλη περί θανάτου συναντώνται στα Ηθικά Νικομάχεια. Βιβλίο Γ’: 1100a17 «ἆρά γε καὶ ἔστιν εὐδαίμων τότε ἐπειδὰν ἀποθάνῃ; (…) εἰ δὲ μὴ λέγομεν τὸν τεθνεῶτα εὐδαίμονα, (…) ἀλλ᾽ ὅτι τηνικαῦτα ἄν τις ἀσφαλῶς μακαρίσειεν ἄνθρωπον ὡς ἐκτὸς ἤδη τῶν κακῶν ὄντα καὶ τῶν δυστυχημάτων, ἔχει μὲν καὶ τοῦτ᾽ ἀμφισβήτησίν τινα· δοκεῖ γὰρ εἶναί τι τῷ τεθνεῶτι καὶ κακὸν καὶ ἀγαθόν, εἴπερ καὶ τῷ ζῶντι μὴ αἰσθανομένῳ δέ, οἷον τιμαὶ καὶ ἀτιμίαι καὶ τέκνων καὶ ὅλως ἀπογόνων εὐπραξίαι τε καὶ δυστυχίαι» Μετάφραση Λυπουρλής Δ. (2006) «είναι άραγε ευδαίμων ο άνθρωπος και τότε, όταν πια έχει πεθάνει; (…) Αν όμως δεν λέμε ευδαίμονα τον άνθρωπο που έχει πεθάνει (…) με την ιδέα ότι τώρα πια ο άνθρωπος αυτός βρίσκεται έξω από κάθε κακό και από κάθε συμφορά, αφήνει και αυτό περιθώρια για συζήτηση· γιατί κατά την κοινή αντίληψη το καλό και το κακό υπάρχουν και για τον πεθαμένο άνθρωπο, όπως υπάρχουν και για έναν ζωντανό άνθρωπο που όμως δεν τα αντιλαμβάνεται· π.χ. τιμές και ατιμώσεις, ευτυχίες και δυστυχίες των παιδιών και γενικά των απογόνων». 1115a27 «φοβερώτατον δ᾽ ὁ θάνατος· πέρας γάρ, καὶ οὐδὲν ἔτι τῷ τεθνεῶτι δοκεῖ οὔτ᾽ ἀγαθὸν οὔτε κακὸν εἶναι». Μετάφραση Λυπουρλής Δ. (2006) «Το πιο φοβερό, πάντως, από όλα τα πράγματα είναι ο θάνατος, γιατί ο θάνατος είναι το τέλος, και για τον πεθαμένο —όλοι το λένε— δεν υπάρχει πια ύστερα τίποτε, ούτε καλό ούτε κακό».

[2] ΜΗΤ: Μortal harm thesis’ (MHT)

[3] Επικουριανισμός είναι το φιλοσοφικό κίνημα που ιδρύθηκε από τον Επίκουρο της Σάμου (4ος αι. π.Χ.) με σκοπό την ηθική ευχαρίστηση, την επιζήτηση της ευτυχίας και την απάλειψη των φόβων της μοίρας και του θανάτου. https://el.encyclopedia-titanica.com/significado-de-epicure-smo

[4] PHT: ‘posthumous harm thesis’ (PHT)

Βιβλιογραφία

Bradley B. (2009) Well-being and death. New York: Oxford University Press.

Feinberg, J. (1993) Harm to others. In: Fischer JM. ed. The metaphysics of death. Stanford, CA: Stanford University Press, 1993:171–90.

Feldman F. (1992) Confrontations with the reaper. New York: Oxford University Press.

Nagel, T. (1993) Death. In: Fischer, JM. ed. The metaphysics of death. 61-69. Stanford, CA: Stanford University Press.

Pitcher G. (1984) The misfortunes of the dead. American Philosophical Quarterly 21:183–8.

Taylor, J. S. (2014). Death, posthumous harm, and bioethics. Journal of medical ethics 40:636–637. doi:10.1136/medethics-2013-101627

Williams B. (1993) The Μakropulos case: reflections on the tedium of immortality. In: Fischer JM. ed. The metaphysics of death. 73–92. Stanford, CA: Stanford University Press.

Απόδοση: Βίκυ Μπαφατάκη, Επικοινωνιολόγος, MSc, PD στη Βιοηθική, Research Fellow Εργαστήριο Εφαρμοσμένης Φιλοσοφίας & Γιώργος Τσιρίτας, Ιατρός, φοιτητής Φιλοσοφίας, μέλος Εργαστηρίου Εφαρμοσμένης Φιλοσοφίας ΕΚΠΑ

Φωτογραφία: Ο θάνατος που ονειρεύτηκες 27η ΙΟΥΛΙΟΥ 1890» του Βαν Γκόγκ

Διαβάστε το πρωτότυπο paper

taylor2013

Write a response

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Close
Your custom text © Copyright 2018. All rights reserved.
Close