Ο πολυβραβευμένος Καθηγητής Λαογραφίας του Δ.Π.Θ. Μανόλης Βαρβούνης και η επιστήμη της Λαογραφίας… Ο πολυβραβευμένος Καθηγητής Λαογραφίας του Δ.Π.Θ. Μανόλης Βαρβούνης και η επιστήμη της Λαογραφίας…
Πολλοί έχουν την εντύπωση πως οι καθηγητές πανεπιστήμιου είναι άνθρωποι κλειστοί και απρόσιτοι, που ζουν μόνιμα σ’ ένα δωμάτιο γεμάτο από βιβλία, αποκομμένοι από... Ο πολυβραβευμένος Καθηγητής Λαογραφίας του Δ.Π.Θ. Μανόλης Βαρβούνης και η επιστήμη της Λαογραφίας…

Πολλοί έχουν την εντύπωση πως οι καθηγητές πανεπιστήμιου είναι άνθρωποι κλειστοί και απρόσιτοι, που ζουν μόνιμα σ’ ένα δωμάτιο γεμάτο από βιβλία, αποκομμένοι από τον έξω κόσμο. Μια λανθασμένη εντύπωση, που καταρρίπτεται αμέσως, αν συναντήσει κανείς τον Καθηγητή Λαογραφίας Μανόλη Γ. Βαρβούνη. Άνθρωπος πολυγραφότατος, προσιτός, ευχάριστος, γεμάτος γνώσεις και το πιο σημαντικό άνθρωπος με αστείρευτο χιούμορ. Τον συναντήσαμε στα γραφεία της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας, στην οδό Διδότου 12 στο κέντρο της Αθήνας, με αφορμή τη βράβευση του στις 19 Μαρτίου του 2017 από τα Διεθνή Βραβεία Giussepe Sciacca, στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης την τελευταία μέρα του Διεθνούς Συνεδρίου για τους Πομάκους της Θράκης.

Ποιο είναι το επιστημονικό αντικείμενό σας σε σχέση με την Λαογραφία και ποια η σχέση σας με το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης;

Από την αρχή της σταδιοδρομίας μου διδάσκω στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, εκεί ξεκίνησα. Βέβαια, έχω όλα αυτά τα χρόνια διδάξει και σε άλλα τμήματα, εκτός από το τμήμα Ιστορίας και Εθνολογίας, είτε του Δημοκρίτειου, είτε άλλων Πανεπιστημίων, όπως στο Πάντειο, στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Επιμέρους μαθήματα έχω κάνει στα Γιάννενα, στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου, αλλά η θέση μου είναι στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης. Η γενέτειρά μου είναι η Σάμος. Στη Θράκη δεν είχα πάει ποτέ, μέχρι που εκλέχτηκα Λέκτορας στο Πανεπιστήμιο. Είδα την προκήρυξη και πήγα και έβαλα υποψηφιότητα. Αυτό εξελίχθηκε σε μια σχέση που κρατάει μέχρι και σήμερα 26 χρόνια.

Βραβείο Capitolino από το Πανεπιστημίου Rogero Secondo των ΗΠΑ (2012)

Το ερευνητικό μου έργο πάει μαζί με το συγγραφικό, είναι αλληλένδετα, γιατί αυτό που ερευνάς, στη συνέχεια στηρίζεσαι σε αυτό για να γράψεις. Εμένα από την αρχή με ενδιέφερε η Θρησκευτική Λαογραφία, η παραδοσιακή θρησκευτική συμπεριφορά, δηλαδή η τελετουργική σχέση του ανθρώπου με το υπερφυσικό, απ’ όποια πλευρά κι αν το δει κανείς, είτε από την πλευρά της θρησκείας, είτε από την πλευρά της μαγείας και άλλα. Πάνω σε αυτόν τον τομέα έκανα το διδακτορικό μου και κατόπιν ασχολήθηκα κυρίως με αυτό. Κατόπιν, ασχολήθηκα και με άλλους τομείς.

Έχω δημοσιεύσει εργασίες για δημοτικά τραγούδια, για παραδόσεις, για παραμύθια, για όλο εκείνο το οποίο ονομάζουμε έντεχνο λαϊκό λόγο. Και εργασίες για αντικείμενα τη λαϊκής τέχνης, αλλά κυρίως τα έθιμα της πνευματικής ζωής, είτε του κύκλου της ζωής, είτε του κύκλου του χρόνου. Αποτέλεσμα αυτής της ενασχόλησης είναι ένα συγγραφικό έργο που αυτή τη στιγμή απαριθμεί 138 βιβλία. Συνολικά γύρω στις 4.450 δημοσιεύσεις, όχι μόνο τα επιστημονικά αλλά και τα εκλαϊκευτικά δημοσιεύματα, όπως άρθρα σε εφημερίδες, πρόλογοι σε βιβλία και άλλα, τα οποία έχουν μεταφραστεί σε 23 γλώσσες, από Ινστιτούτα ή από Κέντρα που ενδιαφέρονταν και τα ζήτησαν. Είναι ένα έργο που βρίσκεται σε εξέλιξη. Η παραδοσιακή θρησκευτική συμπεριφορά με οδήγησε στην Εκκλησιαστική Ιστορία. Όλα αυτά είναι αλληλένδετα. Πολλές φορές κάποιο στοιχείο της παραδοσιακής θρησκευτικής συμπεριφοράς για να ερμηνευτεί πρέπει να ενταχθεί στο ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο δημιουργήθηκε και διαμορφώθηκε.

Ποιους τόπους έχετε μελετήσει λαογραφικά;

Από τόπους έχω ασχοληθεί με τη Σάμο, με τα νησιά του Αιγαίου, με τη Θράκη – λιγότερο με τη Θεσσαλία και κάποιες εργασίες για την Ήπειρο και τη Μακεδονία. Βεβαίως, δεν έχω ασχοληθεί μόνο με τα παραδοσιακά, άλλα και με τα νεωτερικά λαογραφικά, δηλαδή με μορφές σημερινές. Για παράδειγμα, «Νεωτερική Λαϊκή Θρησκευτικότητα» μελετήματα που αφορούν σημερινά θέματα θρησκευτικότητας. Η συνήθεια η σημερινή να κάνουν δύο ναούς, έναν υπόγειο και έναν από πάνω και με αντίστοιχες τελετουργικές χρήσεις. Τις λιτανείες, όπως γίνονται μέσα στην πόλη, τις γαμοβαφτίσεις, που πλέον συζούν, κάνουν παιδιά και έπειτα κάνουν γάμο και βάφτιση μαζί, που έχει και αυτό τη δική του τελετουργία. Τα Bachelor Party και αυτά είναι μέσα στις νεωτερικές τελετουργίες. Πλέον δεν έχουμε εκείνο το γάμο που κρατούσε 50 μέρες με τα γαϊδούρια που μετέφεραν την προίκα!

Τι σημαίνει αυτό για εσάς η βράβευσή σας από τα Διεθνή Βραβεία Giussepe Sciacca;

Είναι εξαιρετική τιμή και μάλιστα ακόμη περισσότερο, γιατί έγινε στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, την τελευταία μέρα του Διεθνούς Συνεδρίου για τους Πομάκους, που είχαμε συνδιοργανώσει με τα βραβεία. Είναι ένας θεσμός που τα τελευταία χρόνια έχει αποκτήσει παγκόσμια εμβέλεια και αυτό οφείλεται και στον τρόπο με τον οποίο διοργανώνονται τα βραβεία, στον τρόπο με τον οποίο απονέμονται και στους ανθρώπους που απονέμονται. Είναι ένα πραγματικά διεθνές βραβείο με μεγάλη ακτινοβολία και το να τιμηθώ ήταν για μένα μοναδική διάκριση.

Βραβείο Επιστήμης για την Λαογραφία από τα Διεθνή Βραβεία Giuseppe Sciacca

Ποιο ήταν το ερέθισμα εκείνο που σας έκανε να ασχοληθείτε με τη Θρησκευτική Λαογραφία;

Νομίζω τα βιώματα μου. Ήταν μια παρατήρηση και έξω από την κοινότητα ως επιστήμονας και ως μέλος της μέσα στην ίδια την κοινότητα. Μιλάμε για μια βιωματική καταγραφή και μελέτη. Πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις και κυρίως στις ανθρωπιστικές επιστήμες το κυριότερο ερέθισμα είναι το βίωμα. Η ενασχόληση με το Λαογραφία – όσο επιστημονική κι αν είναι – πάντα έχει και κάτι συναισθηματικό και την αίσθηση της νοσταλγίας. Είναι διαφορετικό να εκπονείς διδακτορική διατριβή με θέμα τα έθιμα της Σάμου που είναι η γενέτειρά μου και άλλο με την αστροφυσική.

Τι είναι ο «προσκυνηματικός τουρισμός»;

Η πρακτική της τελετουργικής επίσκεψης των ιερών τόπων είναι κάτι πολύ παλιό. Στον Χριστιανισμό ξεκινάει τον 1ο με 2ο αιώνα μ.Χ. και βεβαίως υπάρχει και σε άλλες θρησκείες. Οι ορθόδοξοι το χαρακτηρίζουν ως «προσκυνηματική θεωρία», δηλαδή πάει κανείς και «θεωρεί» ως προσκυνητής τα πράγματα. Στα νεότερα χρόνια όμως η προσκυνηματική θεωρία έχει μετατραπεί σε «προσκυνηματικό τουρισμό». Από τη θρησκευτική, την πνευματική, τη θεολογική ή από την εκκλησιαστική πλευρά ο όρος αυτός είναι λάθος, διότι τουρίστας είναι κάποιος ξένος που πάει σε ένα ξένο μέρος. Ένας ορθόδοξος όμως που πάει σε ένα μεγάλο μοναστήρι ή σε ένα μεγάλο προσκύνημα της ορθοδοξίας δεν είναι ξένος, αλλά είναι μέρος του.

Πριν από 100 χρόνια κάποιος που πήγαινε στους Αγίους Τόπους, ξεκινούσε και έκανε εκεί ένα χρόνο. Ζούσε το Φθινόπωρο, ζούσε εκεί τη Σαρακοστή των Χριστουγέννων, τις γιορτές των Χριστουγέννων, τις Απόκριες, τη Σαρακοστή του Πάσχα, τις γιορτές του Πάσχα και γυρνούσε στην πατρίδα του μετά του Αγίου Πνεύματος. Το προσκύνημα κρατούσε περίπου ένα χρόνο και έκανε έναν πλήρη κύκλο γιορτών. Σήμερα τα πράγματα έχουν αλλάξει, διοργανώνουν οι ενορίες ή οι μητροπόλεις κάποιες προσκυνηματικές εκδρομές ή υπάρχουν και οι καθαρά τουριστικές πλευρές των εκδρομών αυτών. Αυτό είναι, λοιπόν, που εννοούμε στη σύγχρονη ορολογία ως πρσκυνηματικό τουρισμό. Μάλιστα, οι «προσκυνηματικές περιηγήσεις» είναι πιο σωστός ως όρος αν πρόκειται για ομόδοξους. Αν πρόκειται για ετερόδοξους τότε πραγματικά έχουμε τουρισμό! Είναι ένας κλάδος με πολύ μεγάλη ανάπτυξη διεθνώς με άρθρα σε επιστημονικά περιοδικά και συνέδρια. Εγώ και μόνος μου, αλλά και σε συνεργασία με έναν συνάδελφό μου από την Κύπρο, τον κύριο Ροδοσθένους, έχουμε δημοσιεύσει πληθώρα μελετών σε διεθνή περιοδικά και σε συνέδρια του εξωτερικού, όσον αφορά αυτό το θέμα.

Τελετή υποδοχής του Καθηγητή Μανόλη Βαρβούνη ως τακτικού μέλους στην ποντιφική AcademiaTiberina της Ρώμης (2013).

Η Φιλολογία και η Λαογραφία θεωρείτε πως έχουν βοηθηθεί από το διαδίκτυο;

Βεβαίως, το διαδίκτυο έχει βοηθήσει, αλλά εν μέρει. Απολύτως χαρακτηριστικό φαινόμενο είναι η υπερκατανάλωση τεχνολογίας, που στην εποχή μας λειτουργεί με το λεγόμενο political incorrect. Είναι σωστό δηλαδή να μιλάς με συγκεκριμένο τρόπο, να έχεις συγκεκριμένες ιδέες για συγκεκριμένα ζητήματα, ενώ δεν είναι σωστό να έχεις πολιτικές ιδέες για διαφορετικά πράγματα. Καμιά φορά αυτό οδηγεί σε υποκρισία. Για παράδειγμα, η στάση μας απέναντι στα ζώα. Είναι political incorrect να χαϊδεύεις και να αγαπάς τα ζώα και political uncorrect να δείχνεις την απέχθειά σου για τα ζώα και ποινικά κολάσιμο να τα σκοτώνεις ή να τα βασανίζεις. Το ίδιο συμβαίνει και με την τεχνολογία. Είναι political correct να τη χρησιμοποιείς και political uncorrect να μη τη χρησιμοποιείς. Εδώ υπάρχει μία παγίδα, η παγίδα της υπερκατανάλωσης τεχνολογίας.

Τη χρησιμοποιούμε τις περισσότερες φορές πιο πολύ απ’ ότι μας χρειάζεται. Είναι χρήσιμη σε όλες τις επιστήμες φυσικά και μας έχει λύσει τα χέρια. Οι διορθώσεις μπορούν να γίνουν πιο εύκολα και τα κείμενα στέλνονται πιο εύκολα. Εγώ ας πούμε ξεκίνησα την επιστημονική και τη συγγραφική μου δραστηριότητα πριν από 35 χρόνια, που τα γράφαμε όλα στο χαρτί με το χέρι, τα φωτοτυπούσαμε, κρατούσαμε ένα φωτοτυπημένο αντίτυπο και στέλναμε με το ταχυδρομείο τις διορθώσεις. Σήμερα όλα αυτά γίνονται μέσα από τον υπολογιστή, από το σπίτι. Παλαιότερα τα χτυπούσαν στη γραφομηχανή και έβγαζαν αντίγραφο με το καρμπόν. Πάντα όμως πρέπει να χρησιμοποιούμε την τεχνολογία και να μη μας χρησιμοποιεί. Όσον αφορά επίσης την επικοινωνία υπάρχει το θέμα της χαμένης ιδιωτικότητας, αφού πλέον βρίσκει κανείς τον οποιονδήποτε όλες τις ώρες της ημέρας, ακόμα και τις πιο ακατάλληλες. Στο Πανεπιστήμιο, όπου ασκώ διοίκηση ως Πρόεδρος στο Τμήμα, βλέπω τελικώς πως μας έχει κάνει να τρέχουμε πολύ περισσότερο, επιταχύνει τους ρυθμούς μας και αυτό ίσως να μην είναι καλό, διότι έτσι περιορίζεται ο χρόνος για σκέψη. Η τεχνολογία είναι πολύ χρήσιμη, εάν βρούμε εκείνο το κριτήριο που θα βάλουμε το όριο της χρήσης της.

Η αναγόρευση του Μανόλη Βαρβούνη σε επίτιμο μέλος του Ινστιτούτου Εθνογραφίας της Ακαδημίας του Βελιγραδίου (2017).

Η παράδοση για ‘σάς τι σημαίνει;

Η παράδοση είναι μία διαδικασία εξέλιξης, η οποία είναι απαραίτητη για τον άνθρωπο, γιατί τον συνδέει με το παρελθόν του. Ο άνθρωπος, εξάλλου, είναι ένα ον που θέλει να έχει σχέση με το παρελθόν του. Θέλει να νιώθει τις ρίζες του. Παράδοση είναι μία διαδικασία, η οποία παίρνει ορισμένα πράγματα από παλαιότερες πολιτισμικές φάσεις. Κατά τη διάρκεια της δικής μας ζωής, γενιάς και περάσματος από αυτόν τον κόσμο άλλα διατηρούνται, αλλά τροποποιούνται, άλλα συμβολοποιούνται, άλλα είναι λειτουργικά και αυτό προχωράει συνεχώς. Εμείς φεύγουμε, αλλά αυτό το ποτάμι συνεχώς εξελίσσεται. Η παράδοση, λοιπόν, είναι μία εξέλιξη κάποιων στοιχείων που έρχονται από το παρελθόν, υπάρχουν στο παρόν και προχωρούν για το μέλλον.

Αυτό που έχει σημασία νομίζω δεν είναι η ίδια η παράδοση, αλλά ο τρόπος που εμείς τη διαχειριζόμαστε. Η διαχείριση της παράδοσης δηλαδή έχει σημασία. Βλέπετε τη συμβολοποίηση της παράδοσης που είναι ένα πολύ ενδεικτικό παράδειγμα. Κάποτε χρησιμοποιούσαν τις παλιές φορεσιές, αυτές που αποκαλούμε παραδοσιακές ενδυμασίες. Ήρθε όμως η μόδα, η τεχνολογία, άλλα υλικά, άλλες αισθητικές και καταργήθηκαν οι παραδοσιακές φορεσιές. Έτσι, μπήκαμε στην ευρωπαϊκή, στην αμερικανική και μετά στην παγκόσμια μόδα. Ωστόσο, επιβίωσε και η παλιά φορεσιά ως σύμβολο στα παραδοσιακά συγκροτήματα για παράδειγμα.

Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι αν ρωτήσετε ανθρώπους χορευτικών συγκροτημάτων ή πολιτιστικών συλλόγων που έχουν τέτοιες φορεσιές, λένε πλέον πως φοράνε στολές. Το αντιλαμβάνονται δηλαδή ως στολή, αλλά στολή φοράει ο αστυνομικός, ο στρατιωτικός όταν επιτελεί συγκεκριμένο έργο. Τα ράσα επίσης του παπά δεν είναι στολή. Τα λένε όμως στολή διότι ως στολή τα χρησιμοποιούν.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό της συμβολοποίησης είναι αυτό που βλέπετε στις εκκλησίες τα τελευταία χρόνια και αποτελεί νεωτερικό φαινόμενο: όπου έχουμε εικόνες, προσκυνήματα ή λείψανα αγίων πηγαίνουν οι τοπικοί σύλλογοι ντυμένοι με τις παραδοσιακές τους φορεσιές να κάθονται γύρω-γύρω, χωρίς αυτό να έχει καμία σχέση με το ίδιο το θρησκευτικό γεγονός.

Ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα εξέλιξης της παράδοσης είναι εκείνο που βίωσα το καλοκαίρι του 2017, όταν ήμουν στην Κωνσταντινούπολη για τη γιορτή του Οικουμενικού Πατριάρχη και είδα πως ένας Σύλλογος Κρητών, ο οποίος είχε πάει εκεί για να ευχηθεί στον Πατριάρχη, να τραγουδήσει και να χορέψει την παραμονή της γιορτής του, μπήκε μέσα στο ναό και κάθισε απέναντι από το Πατριαρχικό Θρόνο.

Οι τοπικές φορεσιές όμως με την εκκλησιαστική ζωή δεν έχουν καμία σχέση απολύτως. Η σχέση αυτή δεν υπήρχε, υπάρχει όμως τώρα, δημιουργείται. Αυτό στην επόμενη γενιά θα θεωρείται παράδοση, ενώ δημιουργήθηκε στις μέρες μας. Η παράδοση δεν είναι ανεξέλικτη. Τίποτα δεν υπάρχει από τα Ομηρικά χρόνια μέχρι σήμερα, τίποτα δεν υπάρχει πριν από εκατό χρόνια μέχρι σήμερα αναλλοίωτο. Όλα εξελίσσονται, διαμορφώνονται, διαφοροποιούνται, σταματάνε να ‘ναι λειτουργικά, συμβολοποιούνται, αντικαθίστανται από άλλα στοιχεία και ούτω καθ’ εξής.

Έχετε ασχοληθεί και με την Ελληνική και με την Βαλκανική παράδοση. Πόσο δύσκολη είναι καταγραφή σε όλες τις εκφάνσεις του πολιτισμού αυτών των λαών;

Είναι πολύ δύσκολο να τα μελετάει κανείς, γιατί κάθε λαός έχει πολλές διαφορετικές παραδόσεις και υπάρχουν παράλληλα και πάρα πολλές μειονότητες στον Βαλκανικό χώρο. Στην πραγματικότητα είναι ο χώρος της νοτιοανατολικής Ευρώπης, δηλαδή είναι μία πολιτισμική ενότητα που ξεκινάει από τον Δούναβη και φτάνει μέχρι τις βόρειες ακτές της Αφρικής.

Αν πάει κανείς στη Βουλγαρία ή στη Σερβία ή στη Ρουμανία θα δει ότι υπάρχουν πολλές μειονότητες με δικιές τους παραδόσεις, παραλλαγές, γλώσσες, υπάρχουν πάρα πολλά ιδιώματα και πάρα πολλές παραλλαγές των ιδιωμάτων. Έχουν καταγραφεί αυτά στις τοπικές Λαογραφίες, αλλά είναι πολύ δύσκολο κανείς να τα δει και να τα συνθέσει. Είναι, λοιπόν, δύσκολο, αλλά κι ο μοναδικός δρόμος μέσα από τον οποίο μπορεί κανείς να εννοήσει τα έθιμα και τον τρόπο ζωής του λαού, είτε τον παραδοσιακό, δηλαδή τον παλιότερο, είτε το νεωτερικό, δηλαδή τον μοντέρνο, τον καθημερινό, τον σημερινό. Εάν αυτά δεν τα δει κάποιος στη σφαιρική τους διάσταση θα τα θεωρήσει ελληνικές ιδιομορφίες και δεν είναι έτσι τα πράγματα.

Δεν υπάρχουν περιορισμοί στα ήθη και στα έθιμα, στις νοοτροπίες, στις αντιλήψεις και στις συμπεριφορές. Διαχέονται από λαό σε λαό, από παράδοση σε παράδοση, μετασχηματίζονται και διαφοροποιούνται. Για παράδειγμα το τραγούδι του «Γεφυριού της Άρτας», πολυμελετημένο, έχει πάρα πολλές παραλλαγές, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στις άλλες χώρες. Συνεπώς, είναι κάτι πολύ γοητευτικό και παράλληλα πολύ δύσκολο, απαραίτητο όμως, γιατί χωρίς αυτό δεν μπορούμε να αντιληφθούμε τα πράγματα.

Το μεγάλο Βραβείο του Ιδρύματος Παιδαγωγικών Μελετών και Εφαρμογών (2015).

Ασχολήθηκα, λοιπόν, αναγκαστικά και με τη Βαλκανική παράδοση. Οι Βαλκανικοί λαοί, εξάλλου, την πλειοψηφία τους είναι Χριστιανοί και λιγότεροι είναι Μουσουλμάνοι και μεταξύ τους συνυπήρξαν στο πλαίσιο μεγάλων πολυεθνικών αυτοκρατοριών, ξεκινώντας από την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου (όπου δεν υπήρχαν Μουσουλμάνοι) και φτάνοντας στα Βυζαντινά χρόνια (όπου εμφανίζονται οι Μουσουλμάνοι) και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Όλα αυτά για αιώνες ήταν στοιχεία που συνυπήρχαν και μοιραία επηρέαζαν το ένα το άλλο. Για να κατανοήσει κανείς τα πράγματα είναι ανάγκη – και όχι επιλογή – να τα δει συγκριτικά.

Οι άνθρωποι, φυσικά, είχαν σαφή εθνική ταυτότητα, η οποία σε πολύ μεγάλο βαθμό σχετίζονταν με τη θρησκευτική ταυτότητα. Για παράδειγμα, όταν κάποιος γίνεται Μουσουλμάνος δε λέμε ότι αλλαξοπίστησε, αλλά «τούρκεψε», γιατί ταυτίζουμε το Ισλάμ με την Τουρκία. Ισλάμ δεν είναι μόνο η Τουρκία Είναι και η Σαουδική Αραβία, η Αίγυπτος, η Υεμένη και άλλες χώρες. Αυτό συμβαίνει διότι ήρθαμε σε μεγάλη επαφή με την Τουρκία και το Ισλάμ και μοιραία για ‘μας έχει τον εθνικό χρωματισμό που έχουν οι Τούρκοι. Αυτό είναι απολύτως χαρακτηριστικό το πως οι παραδόσεις έχουν κι άλλες σημασιοδοτήσεις και χρωματισμούς.

Η Ελλάδα είναι μία χώρα με έντονη πολυπολιτισμικότητα. Θεωρείτε πως οι ελληνικές παραδόσεις συμβαδίζουν με τις παραδόσεις άλλων λαών που έχουν μεταναστεύσει εδώ;

Στους μετανάστες που έχουν εγκατασταθεί ή που θα εγκατασταθούν στην Ελλάδα και τα παιδιά τους που θα γεννηθούν ή έχουν γεννηθεί εδώ ισχύει διαφορετικό πράγμα σε σχέση με εκείνους που ήρθαν στη χώρα μας αναγκασμένοι από τον πόλεμο. Η Ελλάδα ήταν όμως ένας τόπος που αρχικά δεν είχε πολυπολιτισμική κοινωνία. Δεν υπάρχει στην Ελλάδα πολυπολιτισμικότητα τα τελευταία χρόνια, διότι υπήρχε μέχρι τους Βαλκανικούς πολέμους σε πολλές περιοχές που σήμερα είναι ελληνικές. Κατόπιν γίνανε πολλά ιστορικά γεγονότα και η ανταλλαγή των πληθυσμών προκάλεσε μία μονομέρεια εθνική και πολιτισμική. Η Ελλάδα ξαναήρθε συνολικά αντιμέτωπη με αυτό το ζήτημα με τις διάφορες προσφυγικές κρίσεις. Αυτό δημιουργεί πολλές φορές εντάσεις και ανεξέλεγκτες καταστάσεις. Δεν είναι ανάγκη να είναι συγκρούσεις, μπορεί να είναι και νοοτροπίες. Θυμηθείτε τη συζήτηση που είχε γίνει πριν από μερικά χρόνια για το αν ο Οδυσσέας Τσενάι έπρεπε να κρατήσει την ελληνική σημαία ή όχι.

Όλα αυτά είναι απολύτως φυσιολογικά και η επιστήμη και η βιβλιογραφία τα έχουν περιγράψει και σε άλλους λαούς. Αυτό που λέμε, λοιπόν, ξενοφοβία είναι μία φυσική τάση του ανθρώπου, ασχέτως αν ο πολιτισμός την καλύπτει και την εξουδετερώνει. Σήμερα σε μια πολυπολιτισμική κοινωνία, όπως η Ελλάδα που εξελίσσεται, γιατί δεν έχει γίνει ακόμη πολυπολιτισμική συνείδηση, καθώς είναι σε στάδιο μετασχηματισμού, δεν μπορούμε να μαντέψουμε τι θα γίνει. Το μόνο που μπορούμε να δούμε είναι τι έγινε σε αντίστοιχες ευρωπαϊκές κοινωνίες, που ο μετασχηματισμός αυτός έχει ολοκληρωθεί.

Παρασημοφόρηση του Μανόλη Βαρβούνη με τον χρυσό σταυρό του Order of the Belgian Cross του  Βελγίου (2017).

Εκεί φαίνεται ότι διατηρούνται οι παραδόσεις από γενιά σε γενιά που φέρνουν οι άνθρωποι οι οποίοι έρχονται και εγκαθίστανται, αλλά με την πάροδο των ετών όλα αυτά συμβολοποιούνται και γίνονται καινοί τύποι. Το βλέπω και σε φοιτητές μου από την Αλβανία ή από τη Γεωργία. Όταν τους ρωτάς αν νιώθουν περισσότερο Έλληνες δεν ξέρουν τι να απαντήσουν ή απαντάνε πως γεννήθηκαν εδώ και πως δεν θα ξαναπήγαιναν πίσω στην πατρίδα τους.

Είναι μοιραίο πως με την πάροδο του χρόνου θα κρατούν την ανάμνηση της καταγωγής, αλλά θα ελληνοποιούνται, όπως οι δικοί μας μετανάστες δεύτερης και τρίτης γενιάς στην Αμερική. Πατρίδα είναι τα παιδικά μας χρόνια και όχι ο τόπος καταγωγής των γονιών μας. Οι μνήμες σχετίζονται άμεσα. Ακόμα και οι ερασιτέχνες Λαογράφοι αν ρωτηθούν γιατί συλλέγουν το υλικό που μαζεύουν θα απαντήσουν πως το βασικό κίνητρο είναι η νοσταλγία.

Ποιοί είναι οι Πομάκοι της Θράκης; Πώς προέκυψε αυτή η έρευνά σας;

Κάποια στιγμή, αφού πήγα στο Πανεπιστήμιο Θράκης, διαπίστωσα ότι υπάρχει ένας πληθυσμός εκεί που λέγεται Πομάκοι. Η πρώτη μου επαφή μαζί τους ήταν μέσα από ένα βιβλίο του Παύλου Χιδίρογλου για τους Πομάκους. Διαπίστωσα πως ο πληθυσμός αυτός δεν είχε στο παρελθόν γραπτή ιστορία, πως είναι Μουσουλμάνοι και μιλούν ένα ιδίωμα που μοιάζει με τα βουλγαρικά με πολλά αρχαία ελληνικά στοιχεία. Οι γενετιστές λένε πως βιολογικά δεν έχουν σχέση με τους Τούρκους και έχουν περισσότερο σχέση με τους Έλληνες και με τους Βούλγαρους. Η παράδοσή τους είναι κυρίως προφορική και από τη δεκαετία του 1970 έχουμε καταγραφές. Περνούσαν πάντα στο περιθώριο. Η επιτόπια έρευνα είναι πάρα πολύ δύσκολη, γιατί είναι κλειστή κοινότητα. Υπάρχουν επίσης διάφορα εθνικά αφηγήματα γι’ αυτούς, που δεν έχουν ιδιαίτερη σχέση με την επιστήμη, όπου λέγεται πως οι Έλληνες τους θεωρούν απόγονους Αρχαίων Ελλήνων, οι Βούλγαροι τους θεωρούν απόγονους αρχαίων Σλάβων και οι Τούρκοι αντίστοιχα απόγονους «αρχαίων Τούρκων». Κάποτε με είχαν ρωτήσει στην Κομοτηνή στην παρουσίαση ενός βιβλίου μου για τους Πομάκους για το τι τελικά είναι οι Πομάκοι. Τούρκοι, Έλληνες ή Βούλγαροι; Απάντησα πως κατά την άποψή μου δεν είναι τίποτα από τα τρία. Είναι Πομάκοι. Πολλές φορές δημοσιογράφοι τους ρωτάνε χωρίς να ξέρουν την περιοχή και τις συνθήκες για το τι νιώθουν πως είναι και σαφώς δεν μπορούν ν’ απαντήσουν, γιατί δεν υπάρχει απάντηση. Η ταυτότητα δεν έχει πάντα σαφή ορισμό.

Διάκριση Grand Croix d’ Honneur palme d’ ore de Services Bénévoles Civiques et Humanitaires (μεγαλόσταυρος τιμής μετά δάφνης και αστέρος) της Γαλλίας (S.B. C.H.) 2018.

Η επιστήμη φυσικά φτάνει ως ένα σημείο, διότι δεν έχουμε πηγές για να ανιχνεύσουμε. Υπάρχουν πολλά πράγματα που πρέπει να γίνουν και σε τόσο αμφιλεγόμενα ζητήματα πάντα υπάρχουν και πολλές αμφιλεγόμενες καταστάσεις και προσωπικότητες που προσπαθούν να εκμεταλλευτούν και να χρησιμοποιήσουν πράγματα λόγω κάποιας κρατικής ιδεολογίας. Συγκεκριμένοι παράγοντες όπως το Τουρκικό Προξενείο της Κομοτηνής, επειδή τους θέλει συσσωματωμένους για πολιτικούς λόγους δεν τους αφήνει εύκολα να ανοιχτούν. Όπως είπα και παραπάνω είναι κλειστή κοινωνία. Αλλά γι’ αυτό είναι και γοητευτική η έρευνα.

Οι Έλληνες θεωρείτε πως διατηρούν σήμερα την παράδοσή τους;

Τη διατηρούν μεταλλάσσοντάς την, εμπλουτίζοντάς την και αλλάζοντάς την εκεί που κρίνουν ό,τι πρέπει. Τη διατηρούν την ταυτότητά τους, αν και βέβαια θα μπορούσαν να τη διατηρούν περισσότερο, κυρίως όχι ως προς τις εξωτερικές εκδηλώσεις, αλλά ως προς την εσωτερική διάσταση των πραγμάτων, ως προς τις νοοτροπίες και ως προς τις αντιλήψεις. Για παράδειγμα για το πως βλέπουν την οικογένεια και την οικογενειακή συγκρότηση ή τις γιορτές. Οι οικογενειακές σχέσεις της γίνονται πιο χαλαρές. Οι εξωτερικές εκδηλώσεις όπως τα ρούχα, τα φαγητά ή η οικία αλλάζουν και θα αλλάξουν αφού είναι λογικό. Είναι στο χέρι μας να κρατήσουμε μερικά πράγματα που έχουν να κάνουν με την καθημερινότητά μας και με τη θρησκεία μας και με τη συμμετοχή σ’ αυτήν. Η πολιτισμική, η εθνική και η θρησκευτική ταυτότητα συμπλέονται και συνυπάρχουν.

Δεν τη διατηρούν, λόγω της μεγάλης διάχυσης ξένων πολιτισμικών προτύπων μέσα από τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης και από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης σε κάθε τομέα, από την υλική ως και την πνευματική ζωή. Είναι η τάση μίμησης, η μόδα και η γενικότερη πολιτισμική αλλαγή, ιδίως στους νεότερους ανθρώπους. Είναι όμως κάτι φυσικό και αυτή η διαφοροποίηση υπάρχει σ’ όλες τις γενιές. Αν οι άνθρωποι ήταν ικανοποιημένοι από το παρελθόν θα ζούσαμε ακόμα σε σπηλιές. Προχώρησε το ανθρώπινο γένος, γιατί οι άνθρωποι αμφισβητούν. Δεν επιτρέπεται ο επιστήμονας Λαογράφος να επεμβαίνει στην πολιτισμική εξέλιξη, τότε γίνεται γραφικός. Ο λαός δημιουργεί. Ακόμα και αν κάποιος θεωρεί πως σήμερα η αναπαράσταση των παραδοσιακών χορών είναι «κιτς» δεν έχει δικαίωμα να το καταδικάσει. Πρέπει να το διαπιστώσει, να βρει το γιατί και να το μελετήσει. Οι αλλαγές αυτές δε γίνονται αμέσως, περνούν μέσα από μια διαδικασία.

Οι νέοι άνθρωποι θεωρείτε πως αγκαλιάζουν σήμερα την παράδοση;

Ναι. Εν μέρει έχοντας συμβολοποιήσει την παράδοση και εν μέρει ψάχνοντας να βρουν ένα αποκούμπι για να μπορέσουν να στηριχθούν μέσα σ’ έναν κόσμο χαοτικό και πολλών αλλαγών, μια σταθερή στη ζωή τους. Υπό αυτή την έννοια πλησιάζουν την παράδοση. Είναι για παράδειγμα πολύ χαρακτηριστική η περίπτωση των κρητικών. Έρχονται στην Κομοτηνή, όπου έχουν κάνει Σύλλογο Κρητικών και φορούν μαύρα πουκάμισα, στιβάνια και μιλάνε μεταξύ τους κρητικά. Όταν τους ρωτήσεις, διαπιστώνεις ότι μέχρι και το διάστημα που ήταν στην Κρήτη ως μαθητές Λυκείου δεν έκαναν τίποτα από τα παραπάνω. Το κάνουν ως δείγμα και ως δήλωση συνείδησης όταν φύγουν από τον ιδιαίτερο τόπο τους. Ένας τρόπος, λοιπόν, για να συνδεθούν με τον τόπο είναι η παράδοση.

Η Λαογραφία πως μπορεί να βοηθήσει στο να καταπολεμηθούν ο ρατσισμός και η ξενοφοβία;
Η Λαογραφία είναι η επιστήμη η οποία μελετά τις διάφορες και διαφορετικές παραδόσεις. Εάν γνωρίσουμε τις παραδόσεις αυτές, νομίζω ότι θα σταματήσουμε να τις φοβόμαστε και θα τις κατανοήσουμε καλύτερα. Ο μέσος Έλληνας σήμερα μπορεί να φοβάται τον μουσουλμάνο γείτονά του, διότι μπορεί να τον ταυτίζει με τον μουσουλμανικό φονταμενταλισμό. Αν μιλήσει κανείς πάλι με μουσουλμάνους στην Παλαιστίνη, στη Συρία, στο Ισραήλ ή στην Αίγυπτο, φοβούνται τους Χριστιανούς, διότι έχουν μάθει να τους ταυτίζουν με τους Σταυροφόρους. Αυτό δείχνει ότι αυτή η επιφυλακτικότητα που οδηγεί σ’ αυτά τα φαινόμενα μπορεί να καταπολεμηθεί μόνο εάν υπάρχει γνώση και γνωριμία με τον άλλον. Είναι απαραίτητο αυτό το συμβεί. Η Ευρωπαϊκή Ένωση κατά τη γνώμη μου απέτυχε, γιατί δε δόθηκε σημασία στην πολιτισμική σύγκλιση των λαών και εκεί στηρίζεται ολόκληρη η οικονομία. Πρέπει να δημιουργηθεί κοινή συνείδηση. Πώς θα συγκλίνουν οι λαοί αν δεν συγκλίνουν πολιτισμικά;

Υπάρχει άνοδος στον τομέα της Λαογραφίας;

Η Λαογραφία είναι μία επιστήμη που αναπτύσσεται συνεχώς και με ραγδαίους ρυθμούς στην Ελλάδα. Υπάρχουν συνεχώς νέα πράγματα, νέες θεματικές και νέα βιβλία, αν δει κανείς τη βιβλιογραφία.

Τι σημαίνει για εσάς η λέξη επιτυχία;

Επιτυχημένος είναι ο άνθρωπος που καταφέρνει να αφήσει πίσω του πεθάνει πράγματα που δείξανε ότι πέρασε από τον χρόνο και τον τόπο τον συγκεκριμένο και άφησε το αποτύπωμά του στο χώρο του. Θεωρώ πως επιτυχημένος δεν είναι εκείνος που έχει πολλά χρήματα, αλλά εκείνος που καταφέρνει να πει πράγματα που μπορούν να κατευθύνουν τους συγχρόνους του και τους μεταγενέστερους. Να αφήσει ένα έργο που να είναι κλασικό και η αποδοχή αυτού του έργου είναι ένα γεγονός μετρήσιμο μέσα από τις κριτικές και τις παραπομπές στο έργο σου από άλλους. Σήμερα μέσα από τα διαδικτυακά εργαλεία είμαστε σε θέση να μετρήσουμε, ευκολότερα για τις θετικές επιστήμες και δυσκολότερα για τις θεωρητικές. Συνεπώς, επιτυχημένος άνθρωπος είναι εκείνος που έχει τη συνείδησή του ήρεμη και που καταφέρνει να φύγει από αυτήν τη ζωή χορτάτος από την προσωπική του «πείνα». Αν βοηθήσει δε και τους ομοτέχνους του είναι απόλυτα επιτυχημένος.

Ποια είναι τα επόμενα ακαδημαϊκά σας βήματα;
Εκδόθηκε το καλοκαίρι ένα δίτομο έργο όπου αφιέρωσα πολλά χρόνια, η «Εισαγωγή στη Θρησκευτική Λαογραφία». Δεν υπήρχε στην ελληνική βιβλιογραφία και σχεδόν πουθενά αλλού, αν εξαιρέσει κανείς τη γερμανική. Το επόμενο βιβλίο που ετοιμάζω είναι ένα βιβλίο στα αγγλικά, που θα βγει στο εξωτερικό με μελετήματα Θρησκευτικής Λαογραφίας και μία εισαγωγή στις πολιτισμικές σπουδές του αστικού χώρου.

από την Φιλόλογο – Δημοσιογράφο Κατερίνα Σχοινά, MSc στην Λαογραφία

Επιμέλεια: Βίκυ Μπαφατάκη, Αρχαιολόγος – Επικοινωνιολόγος

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Αρέσει σε %d bloggers: