«Με λένε Ντάτα» της Λένα Μαντά «Με λένε Ντάτα» της Λένα Μαντά
Τι και αν η εξωτερική της όψη θύμιζε άγγελο που έπεσε στην γη; Τι και αν το χαμόγελο της γλύκαινε και ημέρευε όποιον βρισκόταν... «Με λένε Ντάτα» της Λένα Μαντά

Τι και αν η εξωτερική της όψη θύμιζε άγγελο που έπεσε στην γη; Τι και αν το χαμόγελο της γλύκαινε και ημέρευε όποιον βρισκόταν δίπλα της; Το βλέμμα της τα πρόδιδε όλα. Αυτό το βλέμμα που είχε την ικανότητα να μαγνητίζει όποιον το αντίκριζε, αυτό το βλέμμα μαρτυρούσε τον πόλεμο που συνέβαινε μέσα της, από τα πρώτα κι’όλας χρόνια της ζωής της. Έναν πόλεμο ανάμεσα στο καλό και στο κακό. Ανάμεσα στην Αλεξάνδρα και την Ντάτα. Δύο άνθρωποι σε ένα σώμα, αυτό ήταν! Ένα πλάσμα παράξενο και επικίνδυνο. Φυσικά και όταν μεγαλώνεις σε μια οικογένεια όπως αυτή των Σαλβάνων δεν περιμένεις να είσαι και το πιο απλό και συνηθισμένο πλάσμα στον κόσμο. Η Ντάτα όμως ξεπέρασε την πεπατημένη.

Δυναμική και αδίστακτη δημιούργησε έναν δικό της κόσμο, σκληρό και σκοτεινό. Έχοντας την δική της αυτοκαταστροφική λογική, ακολούθησε μια πορεία προς το έγκλημα και τον όλεθρο. Το κακό πήγαζε από μέσα της… και όσες φορές η ευαίσθητη πλευρά της έκανε την εμφάνιση της, η ίδια είχε τα εφόδια για να την τιθασεύσει. Εφόδια που την έκαναν να φαντάζει σαν μια γυναίκα ατσαλάκωτη, χωρίς φραγμούς και αισθήματα. Ό,τι πόθησε στην ζωή της, το διεκδίκησε και το απόκτησε, με κάθε κόστος. Όποιος της στάθηκε εμπόδιο στην διαδρομή της, το πλήρωσε..

Η δύναμη της πήγαζε από το μένος και τη ζήλια των εχθρών της. Οι φίλοι για εκείνη θεωρούνταν αδυναμία. Και δεν επέτρεπε στον εαυτό της να έχει αδυναμίες. Κρυμμένη πίσω απ’ το σκληρό και αυστηρό της προσωπείο βυθιζόταν ολοένα και πιο βαθιά στον βρώμικο κόσμο της. Όμως για εκείνη όλα ερχόντουσαν φυσιολογικά. Δεν μπορούσε να κάνει κάτι διαφορετικά. Ήταν ο κόσμος της. Ο μόνος κόσμος που μπορούσε να ανήκει. Το μοναδικό μέρος που ένιωθε απόλυτη κυρίαρχος.

Η αγάπη για την Ντάτα, λέξη άγνωστη. Ο φόβος της να δεθεί και να χάσει, την οδήγησε να διώχνει οτιδήποτε καλό και τρυφερό την πλησίαζε. Απαγόρευε στον εαυτό της να πληγωθεί και να ηττηθεί. Ήταν γεννημένη νικήτρια. Δεν μετάνιωσε ποτέ για τις πράξεις της. Η δική της ηθική και δικαιοσύνη τα επέτρεπε όλα. Στο μυαλό της, η πορεία της προς το κακό ήταν προκαθορισμένη από την γέννηση της.
Στη ψυχή της όμως επικρατούσε πάντα ένα χάος. Μια διαρκής μάχη μεταξύ των δύο πτυχών του εαυτού της. Τελικά ποια πραγματικά ήταν ή καλύτερα, ποια είχε ανάγκη περισσότερο να είναι; Η Ντάτα της είχε εξασφαλίσει μια ζωή πλούσια… σε απολαύσεις, πάθος και ένταση. Η ηρεμία της Αλεξάνδρας που στην αρχή δεν την έλκυε, σιγά-σιγά της έγινε βαθιά και κρυφή επιθυμία. Μήπως τελικά η ζωή του καθενός είναι ένα παραμύθι, άλλες φορές όμορφο και τρυφερό και άλλες σκοτεινό και άγριο; Οι πράξεις μας είναι οι επιλογές που μας οδηγούν σε ένα σταυροδρόμι, ή σε έναν μονόδρομο; Τελικά το καλό κερδίζει πάντα το κακό, σε κάθε είδους ιστορία;

Λίγα λόγια για την συγγραφέα..

Η Λένα Μαντά γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1964. Στην Ελλάδα ήρθε σε μικρή ηλικία. Φοίτησε στην σχολή Νηπιαγωγών, ωστόσο δεν θέλησε να ασκήσει ποτέ το συγκεκριμένο επάγγελμα. Είχε για τρία χρόνια δικό της θίασο κουκλοθεάτρου, όπου ανέβαζε έργα γραμμένα από την ίδια. Κατά καιρούς δημοσίευε άρθρα σε τοπικές εφημερίδες. Για δύο χρόνια ανέλαβε τη θέση της διευθύντριας προγράμματος σε ραδιοφωνικό σταθμό των βορείων προαστίων.

Είναι παντρεμένη και έχει δύο παιδιά. Μένει μόνιμα στο Καπανδρίτι. Από το 2002, εκδίδει με τον σύζυγο της δύο διαφημιστικά περιοδικά για την κατασκευή κατοικίας και είναι υπεύθυνη για την επιμέλεια της ύλης τους.

Τα τελευταία χρόνια ασχολείται με την συγγραφή ρομαντικών μυθιστορημάτων. Το πρώτο βιβλίο της κυκλοφόρησε το 2001 από τις εκδόσεις Λίβανη. Έκτοτε τα υπόλοιπα μυθιστορήματα της τα ανέλαβαν οι εκδόσεις Ψυχογιός.

Έχει βραβευτεί ως «Συγγραφέας της χρονιάς 2009 και 2011» από το περιοδικό Life and Style. Ενώ το 2016 της απονεμήθηκε το βραβείο κοινού των βιβλιοπωλείων Public, στην κατηγορία «Ηρωίδα-Έμπνευση» για το μυθιστόρημα της «Μια συγνώμη για το τέλος». Τα βιβλία της έχουν πουλήσει περισσότερα από 1,7 εκατομμύρια αντίτυπα. Πολλά απ’ αυτά έχουν μεταφραστεί και στα αλβανικά και ιταλικά. «Το σπίτι δίπλα στο ποτάμι» ,«Έρωτας σαν βροχή» και «Το τελευταίο τσιγάρο». Επίσης δύο από τα πιο πετυχημένα μυθιστορήματα της «Βαλς με δώδεκα θεούς» και «Τα πέντε κλειδιά» έχουν γίνει τηλεοπτικές σειρές σε Ελλάδα και Κύπρο. Έχει εκδώσει μέχρι στιγμής δεκατρία μυθιστορήματα και δυο συλλογές διηγημάτων και δεν θεωρείται άδικα ως μία από πιο επιτυχημένες συγγραφείς των τελευταίων χρόνων.

Οι σκέψεις μου μετά την ανάγνωση…

Διαβάζοντας το μυθιστόρημα «Με λένε Ντάτα» μου γεννήθηκε η απορία για το πόσες πτυχές μπορεί να κρύβει μέσα του ένας άνθρωπος. Το καλό και το κακό είναι δύο έννοιες που έχουν τελικά πολλές όψεις. Μελετώντας την ηρωίδα του βιβλίου, η οποία παρουσιάζεται ως μια γυναίκα σκληρή, δολοπλόκος και ψυχρή αυτό που μου δημιουργήθηκε δεν ήταν το αναμενόμενο. Δηλαδή μια αντιπάθεια. Αντίθετα κέρδισε την συμπάθεια και τον θαυμασμό μου. Αναζήτησα τα αίτια που ένας άνθρωπος ακολουθεί τον δύσκολο δρόμο, τον σκοτεινό, τον δρόμο του κακού. Η Ντάτα μέσα από τις κατά τα άλλα σκληρές και ακραίες πράξεις της, λύτρωνε σχεδόν όλες τις φορές, όχι μόνο τον εαυτό της, αλλά και όσους κατά την δική της έννοια δικαίου κινδύνευαν. Όλοι μας είμαστε εν δυνάμει καλοί ή κακοί. Και τα δύο συνυπάρχουν μέσα μας. Το πιο θα επικρατήσει εξαρτάται από τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας του καθενός σε συνδυασμό με το περιβάλλον του και τα περιστατικά που ο καθένας μας έρχεται αντιμέτωπος στην ζωή του.

Η εικόνα της ηρωίδας του βιβλίου έγινε ακόμα πιο ξεκάθαρη στο μυαλό μου έπειτα από την συνέντευξη που μου παραχώρησε η συγγραφέας του Λένα Μαντά..

Η Λένα Μαντά απαντά στα ‘ερωτήματα’ της Μαργιεντίνας Τσατσοπούλου

Στον πρόλογο του βιβλίου αναφέρετε ότι ο χαρακτήρας της Ντάτα σας επηρέασε αρκετά τους μήνες που σας συντρόφευε. Τί σας άγγιξε τόσο στον συγκεκριμένο χαρακτήρα;

Με κάθε ηρωίδα που δημιουργώ, δένομαι και διαφορετικά. Κάποιες φορές το πρόσωπο στο βιβλίο με το οποίο αναπτύσσω ιδιαίτερους δεσμούς, δεν είναι καν η ηρωίδα! Εδώ, όμως, από την πρώτη στιγμή που γεννήθηκε στο μυαλό μου αυτή η γυναίκα, ένιωσα ισχυρούς δεσμούς να μ’ ενώνουν μαζί της. Η Ντάτα ήταν ένα πλάσμα μαγικό, αλλόκοτο και συναρπαστικό. Αγάπησα το σκληρό της πρόσωπο, θαύμασα τις επιλογές της και δεν τρόμαξα μ’ αυτές. Ίσως γιατί εγώ, περισσότερό απ’ όλους, ήξερα την ψυχή της!

Η ηρωίδα όπως διαπιστώνουμε αμφιταλαντεύεται όλη της την ζωή ανάμεσα στις δύο πτυχές του εαυτού της. Την Αλεξάνδρα και την Ντάτα. Θεωρείτε ότι όλοι οι άνθρωποι μέσα μας κρύβουμε αυτές τις δύο πτυχές και ανάλογα με τις συγκυρίες και τα βιώματα του καθενός, υπερτερεί πότε ο ένας πότε ο άλλος;

Σαφέστατα! Κάθε άνθρωπος είναι πολυδιάστατος και ανάλογα με τις καταστάσεις που καλείται να αντιμετωπίσει, εμφανίζει και άλλη πτυχή του εαυτού του. Λέω πάντα π.χ. πως όλοι μας είμαστε εν δυνάμει δολοφόνοι! Άλλωστε γι αυτό και οι νομοθέτες έχουν προβλέψει τον φόνο εν βρασμώ ψυχής! Στον ναό της ανθρώπινης ψυχής, θεωρώ πως οι δυνάμεις του καλού και του κακού, συνυπάρχουν και μάλιστα ισοδύναμες! Ο τρόπος που ανατραφήκαμε, ο τόπος, ο χρόνος και ο κοινωνικός μας περίγυρος, έχουν την ευθύνη γι αυτό που αναδύεται. Επί του προκειμένου, αν η Ντάτα είχε παντρευτεί τελικά τον Άγγελο, ίσως να μην παρουσιαζόταν ποτέ η πλευρά που γνωρίσαμε στο βιβλίο.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η Αλεξάνδρα αναπαριστά το «καλό» και η Ντάτα το «κακό». Στο τέλος του βιβλίου η Αλεξάνδρα είναι αυτή που υπερισχύει. Πιστεύετε ότι το καλό στο τέλος θριαμβεύει;

Ιδανικά στα βιβλία συμβαίνει συχνά. Στην ζωή δεν είμαι και τόσο σίγουρη! Ίσως γι αυτό, κουρασμένη κι εγώ από τις αδικίες της ζωής, στα βιβλία μου επιλέγω συνειδητά το καλό τέλος, εκεί που όλοι παίρνουν αυτό που τους αξίζει. Στην πραγματικότητα, έμαθα από νωρίς πως η ζωή είναι άδικη κι αυτό με βοήθησε πολύ.

Παρόλη την μεταστροφή της στο τέλος, η ηρωίδα δηλώνει ότι δεν μετανιώνει και δεν θα άλλαζε τίποτα από όσα έζησε και έπραξε. Αντιλαμβανόμαστε διαβάζοντας το βιβλίο ότι έχει μια δική της έννοια του δικαίου και της ηθικής. Πως ερμηνεύετε αυτή της την λογική;

Είναι απόλυτα συνταυτισμένη με την δική μου! Λέω πάντα και το πιστεύω: Είμαι εγώ, κάθε τι που έχει τύχει. Κάθε γεγονός στην ζωή μας, κάθε πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε, όταν περάσει, αφήνει μέσα μας και κάποιο ίχνος. Μας σφυρηλατεί, άρα μας δημιουργεί. Αν άλλαζα κάτι από αυτά που έζησα και έκανα, στο τέλος, δεν θα ήμουν εγώ! Έτσι και η Ντάτα μου λοιπόν. Αν αντιδρούσε διαφορετικά στις προκλήσεις της, δεν θα ήταν παρά μια άλλη!

Η Ντάτα παρουσιάζεται ως ένα αδίστακτο θηλυκό, χωρίς αισθήματα, που δεν δίνει εάν δεν περιμένει και αντίστοιχα ανταλλάγματα. Δεν έχει φίλους παρά μόνο εχθρούς όπως δηλώνει και η ίδια. Σε πολλά σημεία του βιβλίου, ωστόσο την βλέπουμε να δείχνει κομμάτια από την ευαίσθητη πλευρά της. Τελικά ο φόβος της να αγαπηθεί και να πληγωθεί, να δεθεί και να χάσει είναι ο λόγος που δημιούργησε αυτή την σκληρή και ψυχρή πανοπλία;

Ούτε η πρώτη, ούτε η τελευταία! Στην μέχρι τώρα ζωή μου, όσους ανθρώπους γνώρισα που είχαν αυτόν τον «διχασμό», ήταν γιατί κάποτε πληγώθηκαν πολύ. Είναι ας πούμε ένα είδος «νόμιμης άμυνας» αυτή η σκληρότητα. Και η λογική είναι απλή: Σε κρατάω μακριά για να μην έρθεις κοντά και με πληγώσεις! Όταν ήμουν πιο νέα, δεν το καταλάβαινα, απέδιδα σε απλή κακία μια τέτοια συμπεριφορά. Μεγαλώνοντας, διαπίστωσα πως το έκανα κι εγώ! Έμαθα πως… καλύτερα να σε φοβούνται, παρά να σε λυπούνται!

Θεωρείτε, τέλος, ότι η γυναίκα αυτή είναι αυτοκαταστροφική; Κι αν ναι, ίσως πέρα από κάποια στοιχεία που υπήρχαν εξ αρχής στον χαρακτήρα της, έπαιξε ρόλο ότι γεννήθηκε και μεγάλωσε σε μια οικογένεια χωρίς κλίμα αγάπης και στοργής, αλλά μίσους και εκδίκησης;

Ως ένα σημείο, ναι, έχει τάσεις αυτοκαταστροφής. Ο Άριελ ήταν η ευκαιρία της για να νιώσει την αγάπη, αλλά η «νόμιμη άμυνα» που έλεγα πριν, μπήκε σε λειτουργία. Γενικά θα έλεγα πως παίζει μεγάλο ρόλο στην διαμόρφωση του χαρακτήρα μας, ο τρόπος που μεγαλώνουμε, η ανατροφή μας και αυτά που θα κληθούμε να «κουβαλήσουμε» από τους γονείς μας. Ένα παιδί που μεγαλώνει σ’ ένα περιβάλλον χωρίς αγάπη, είναι φυσικό η ψυχή του να σκληρύνει από νωρίς, να στεγνώσει… Στην περίπτωση της Ντάτα εκείνες οι τρυφερές αποχρώσεις του χαρακτήρα της, αυτές που κρατούσε κρυμμένες ήταν όσες εξοικονόμησε από την γιαγιά Ρουμπίνη και την γλυκιά παρουσία της στην ζωή της ηρωίδας μου.

Κείμενο & συνέντευξη από την δημοσιογράφο Μαργιεντίνα Τσατσοπούλου 

No comments so far.

Be first to leave comment below.

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Αρέσει σε %d bloggers: