5+1 πολυταξιδεμένες ελληνικές ταινίες 5+1 πολυταξιδεμένες ελληνικές ταινίες
Η Ελλάδα μας, όπως πολύ λανθασμένα μας αφήνουν –ή μας επιβάλλουν…- να νομίζουμε, φημίζεται μόνο για την τέχνη και τον πολιτισμό του παρελθόντος της.... 5+1 πολυταξιδεμένες ελληνικές ταινίες

Η Ελλάδα μας, όπως πολύ λανθασμένα μας αφήνουν –ή μας επιβάλλουν…- να νομίζουμε, φημίζεται μόνο για την τέχνη και τον πολιτισμό του παρελθόντος της. Έχω κουραστεί πια. Έχω κουραστεί να ακούω τέτοιου είδους προπαγανδιστικές δηλώσεις από τους ίδιους ανθρώπους που δεν προσπαθούν να αλλάξουν την επικρατούσα αυτή άποψη. Από τους ίδιους ανθρώπους που δεν διαθέτουν καν γνώση για την ισχύ της Ελλάδος, πέρα από τα λόγια των «καλοθελητών». Η χώρα μας έχει πολλά να προσφέρει στον χώρο της τέχνης και πρέπει να το πιστέψουμε βαθιά, αφού αποδείξεις για αυτό συναντάμε καθημερινά και οπουδήποτε. Ναι, ίσως η χώρα μας έκανε ένα μεγάλο διάλειμμα, έχασε τον δρόμο της και στάθηκε για αρκετό διάστημα μακριά από τα καλλιτεχνικά μονοπάτια, όμως η δυναμική της παρουσία επέστρεψε ξανά στο καρέ.

Όχι, δεν είμαι καθόλου υπερβολική. Ταινίες ελληνικής παραγωγής ταξιδεύουν στο εξωτερικό, ακόμη από τα χρόνια του βωβού κινηματογράφου. Τα ταξίδια συνεχίζονται με τις λατρεμένες μας ασπρόμαυρες και μη ελληνικές ταινίες και βρίσκονται ακόμη εν εξελίξει με τους ταλαντούχους νέους, και εναλλακτικούς θα έλεγε κανείς, καλλιτέχνες του ελληνικού χώρου. Αν αναζητήσει κανείς, θα βρει αρκετά σχετικά δημοσιεύματα και θα μετρήσει περισσότερες από 30 ταινίες που καθήλωσαν την ξένη κουλτούρα «στον καναπέ», ωστόσο εγώ παραθέτω τις 5+1 αγαπημένες μου όλων των εποχών! Θαυμάστε!

Τα κόκκινα φανάρια

Πρώτη και καλύτερη «Τα κόκκινα φανάρια», η υποψήφια για Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας το 1964 στην 36η απονομή των βραβείων και εν τέλει η 3η καλύτερη ανάμεσα στις 92 υποψήφιες ταινίες – κάτι που οφείλουμε στον σπουδαίο Βίκτωρ Μιχαηλίδη και την αφιερωμένη στο ελληνικό μεγαλείο ψυχή του. Η μουσική του αγαπημένου έντεχνου μουσουργού Σταύρου Ξαρχάκου και πρωταγωνιστές τους «αθάνατους» Τζένη Καρέζη, Δημήτρη Παπαμιχαήλ (φυσικά και άλλους πολλούς) και σκηνοθέτη τον ταλαντούχο Βασίλη Γεωργιάδη… ήταν αναμενόμενο η ταινία να κάνει διεθνή καριέρα.

Η Ελένη Ανουσάκη, συμπρωταγωνίστρια της ταινίας, σε πρόσφατες δηλώσεις τις αναφέρει: «Στα γυρίσματα υπήρχαν καταπληκτικές συνθήκες. Γυρίζαμε από τις οκτώ το πρωί μέχρι τις έξι το απόγευμα. Οι ηθοποιοί που είχαν θέατρο μετά έφευγαν λίγο νωρίτερα. Κάναμε όλα τα γυρίσματα στο στούντιο Άλφα. Ούτε ένα γύρισμα δεν έγινε στην Τρούμπα. Δεν θέλαμε να δείξουμε τη χυδαιότητα της εποχής και της συναλλαγής. Όσον αφορά τις σκηνές που κάποιοι χαρακτήρισαν τολμηρές στα «Κόκκινα Φανάρια», να πω ότι δεν ήταν καθόλου τολμηρές. Άλλο η πρόκληση και άλλο η τόλμη. Μάλιστα, η σκηνή με την πετσέτα που δείχνω το στήθος μου ήταν συμπτωματική. Έπεσε ουσιαστικά η πετσέτα που φορούσα την ώρα του γυρίσματος και λέει ο Γεωργιάδης «θα το κρατήσουμε». Όσο για την πρεμιέρα της ταινίας, έγινε στη Σταδίου. Πήγαμε μαζί με τον Φαίδωνα Γεωργίτση με ένα τεράστιο αυτοκίνητο που μας είχε κλείσει η παραγωγή, συνοδεία αστυνομίας, γιατί δεν μπορούσαμε να περάσουμε από τον πολύ κόσμο.

Η ταινία βραβεύτηκε στο Σαν Φρανσίσκο. Η Μυρσίνη σφράγισε την παιδική μου ψυχή. Τα «Κόκκινα Φανάρια» ήταν ουσιαστικά η πρώτη μου ταινία, από τις 57 που ακολούθησαν».

Ποτέ την Κυριακή

Ο «αθάνατος» για δεύτερη φορά εμφανίζεται στη λίστα-και όχι άδικα-αυτή τη φορά στο πλευρό της Μελίνας Μερκούρη, του Γιώργου Φούντα, του Θανάση Βέγγου, και του ίδιου του «μελλοντολόγου» Ζυλ Ντασέν. Το σενάριο του τελευταίου αποδείχτηκε ιδιοφυές και διαχρονικό, καθώς αποτελεί μια αλληγορία, μέσω της οποίας παρουσιάζεται η επικρατούσα κατάσταση στην Ελλάδα του τότε και όπως αποδεικνύεται και στην Ελλάδα του σήμερα, την οποία συμβολίζει η χαρούμενη πόρνη Ίλια. Οι μνηστήρες εμφανίζονται πάντα φαινομενικά αγαθοί και καλοπροαίρετοι, όμως δολίως επιθυμούν να διαμορφώσουν για τους δικούς τους «σκοτεινούς» λόγους την Ίλια όπως εκείνοι οραματίζονται.

Η ταινία χάρισε στην αείμνηστη Μελίνα το βραβείο του πρώτου Γυναικείου ρόλου στο 13ο φεστιβάλ των Καννών το 1860. Ωστόσο, τα δημοσιεύματα της εποχής δεν επικεντρώθηκαν τόσο στο βραβείο, όσο στο γλέντι που ακολούθησε: ο Ντάσεν χορεύει χασάπικο πάνω σε τραπέζι, ο Γιώργος Φούντας μαθαίνει ζεϊμπέκικο στην Χάγια Χαραρίτ, η Μπέτσι Μπλερ συνοδεύει στο τσα-τσα τον Μάνο Χατζιδάκι και ο Ζορζ Σιμενόν υψώνοντας την πίπα του φωνάζει στην Μελίνα «κούκλα να ζήσεις!».

Η ταινία δεν σταμάτησε να αποτελεί υποψηφιότητα για βραβεία καθώς την επόμενη χρονιά στα Όσκαρ βρέθηκε μπροστά σε 5 πιθανούς τίτλους. Εν τέλει, κατάφερε να κερδίσει μόνο το βραβείο της μουσικής, για το τραγούδι του Μάνου Χατζιδάκι «Τα παιδιά του Πειραιά». Το τραγούδι αυτό γνώρισε τις περισσότερες διασκευές σε όλο τον κόσμο, και αποτελεί ένα από τα διασημότερα κομμάτια της παγκόσμιας κινηματογραφικής μουσικής. Ήταν, επίσης, το πρώτο τραγούδι σε διαφορετική γλώσσα πέραν της αγγλικής που γνώρισε τη συγκεκριμένη διάκριση.

Η τεράστια επιτυχία στις Η.Π.Α οδήγησε τον Ντασέν και την Μερκούρη να διασκευάσουν το έργο σε θεατρικό μιούζικαλ στο Μπρόντγουεϊ, στο θέατρο Μαρκ Χέλιντζερ, την περίοδο 1867-1868. Φυσικά, οι διακρίσεις συνεχίστηκαν και σε αυτή τη μορφή του έργου, αυτή τη φορά με 6 υποψηφιότητες για τα βραβεία Τόνι.

Υπολοχαγός Νατάσσα

Όταν το ασύγκριτο καλλιτεχνικό δίδυμο Αλίκη Βουγιουκλάκη και Δημήτρης Παπαμιχαήλ συναντήθηκαν με τον Νίκο Φώσκολο, ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος άφησε πίσω στο βιογραφικό του τις «αντρικές» ταινίες και η Βουγιουκλάκη βάφτισε την υπολοχαγό Ναυσικά, «Νατάσσα». Η ταινία ταξίδεψε μεταφορικά, αλλά και κυριολεκτικά στο εξωτερικό. Αφ’ ενός γιατί «έσπασε» τα ρεκόρ των ξένων ταμίων, και αφ’ ετέρου, γιατί πολλά γυρίσματα της πραγματοποιήθηκαν στην Κύπρο και στην Γερμανία. Ωστόσο, η πιο εντυπωσιακή σκηνή της ταινίας, ο θάνατος του Ορέστη (Δημήτρης Παπαμιχαήλ) γυρίστηκε στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στο φράγμα του Μαραθώνα, όπου το σκηνικό χαρακτηρίζεται καθηλωτικό.

Εκτός από τη διάκριση της ταινίας ως 1η ανάμεσα στις 87 της ίδιας σεζόν και εκτός από την κατοχή για 29 συνεχόμενα χρόνια του ρεκόρ εισιτηρίων πρώτης προβολής, η ταινία δεν στέφθηκε με άλλες τιμές. Παρ’ όλα αυτά, χάρισε την μοναδική τιμή στην Αλίκη Βουγιουκλάκη να κατακτήσει τα πνευματικά δικαιώματα του διάσημου μιούζικαλ «Εβίτα» και να το ανεβάσει στην Αθήνα, αφού οι παραγωγοί του ενθουσιάστηκαν με το ερμηνευτικό της ταλέντο.

Πάντως, παρά τα δημοσιεύματα και τις κριτικές που θέλουν άστοχη την προσεγμένη εμφάνιση της Αλίκης σε σκηνές δράσης ή βασανιστηρίων και υπερβολική την υποκριτική της παρουσία, η ταινία αποτέλεσε σταθμό στον ελληνικό κινηματογραφικό χώρο, αλλά και στο εξωτερικό.

Χτυποκάρδια στο θρανίο

Το σενάριο του Αλέκου Σακελλαρίου μάγεψε τόσο την τούρκικη εταιρία παραγωγής Μπιρσέλ Φίλμ, που του ζητήθηκε να δημιουργήσει μια παρόμοια ταινία για τους ίδιους. Την ίδια μέρα, κατόπιν συνάντησης και συμφωνίας με την Αλίκη, υπογράφηκαν τα συμβόλαια ανάμεσα στον Οζντεμίρ Φιλσέμ, τον «εφέντη Σακελλάριο» και την «Χανούμ Μπουγιουκλάκ». Κάθε πλάνο της ταινίας γυριζόταν δυο φορές, ταυτοχρόνως, το ίδιο διάστημα και στις 2 γλώσσες. Μάλιστα, στην ελληνική έκδοση της ταινίας και συγκεκριμένα στη στιγμή του πάρτι, οι κομπάρσοι αποτελούνται από τους Τούρκους ηθοποιούς που υποδύονταν τους γονείς της Αλίκης και το αντίθετο στην τουρκική.

Η Αλίκη θυμόταν…:

«Κάθε πρωί έφτανε στο πλατό ο Tούρκος συμπρωταγωνιστής μου, ο γοητευτικός Ορχάν Γκιουνσιράι, με ένα τριαντάφυλλο και μου έλεγε «Καλημέρα, δεσποινίς Αλίκη», ενώ ο Δημητράκης (σ.σ.: Παπαμιχαήλ) μου έλεγε «Πάλι άργησες, μωρή;». Στην ταινία, που στα τουρκικά είχε τον τίτλο «Sıralardaki Heyecanlar», ήμουν ντουμπλαρισμένη στα τουρκικά, αλλά όλα τα τραγούδια τα τραγούδησα εγώ, μαθαίνοντας απέξω τους τουρκικούς στίχους».

Ωστόσο η ταινία δεν προβλήθηκε τελικά ποτέ στην Τουρκία, γιατί έκαναν την εμφάνιση τους για άλλη μια φορά στην ιστορία ελληνοτουρκικά πολιτικά προβλήματα.

Πολίτικη κουζίνα

Ας φύγουμε τώρα όμως από τους κορυφαίους διαχρονικούς που σημάδεψαν τον ελληνικό κινηματογράφο και ας πάμε στους σύγχρονους, που όμως έφτιαξαν το δικό τους χρώμα στην παλέτα της 7ης τέχνης. Ο Τάσος Μπουλμέτης, όντας Κωνσταντινοπολίτης στην καταγωγή, και θέλοντας να θίξει το ζήτημα των διωγμών του 1964 παρουσιάζει, μέσω της ταινίας την κατάσταση: «οι Τούρκοι τους έδιωξαν σαν Έλληνες, και οι Έλληνες τους υποδέχτηκαν σαν Τούρκους».

Ο ελληνικός τίτλος («ΠΟΛΙΤΙΚΗ κουζίνα») ήταν διττής σημασίας. Αφ’ ενός αναφερόταν στην Πόλη, και αφετέρου υπαινισσόταν την πολιτική φύση των κοινωνικοιστορικών γεγονότων που καταπιάνεται η ταινία.

Οι διακρίσεις που την έλουσαν δεν ήταν λίγες, τόσο στην Ελλάδα όσο και στις υπόλοιπες χώρες στις οποίες προβλήθηκε. Στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το 2003 απέσπασε 8 τίτλους βραβείων, ενώ την επόμενη χρονιά αποτέλεσε υποψηφιότητα για Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας.

Πάντως όσες διακρίσεις και αν γνώρισε η ταινία, όσες και αν πρόκειται να γνωρίσει στο μέλλον, όσες κριτικές και αν δεχθεί από επαγγελματίες ή μη, αυτό που θα θυμόμαστε από την πρώτη προβολή της και αυτό που θα λαμβάνουμε σε κάθε επανάληψη της, θα είναι διαχεόμενες γλυκόπικρες και πικάντικες ευωδίες με νότες νοσταλγίας…

Ένας άλλος κόσμος

«Ποίημα» χαρακτηρίστηκε από πολλούς το τελευταίο αριστούργημα του Χριστόφορου Παπακαλιάτη που γνώρισε διεθνή αναγνώριση και κατέκτησε ακόμη και την καρδιά της Αμερικής. Ο σκληρά εργαζόμενος ρομαντικός καλλιτέχνης της εποχής μας, αυτή τη φορά επέλεξε να αφιερώσει το έργο του στα εμπόδια που συναντά ο έρωτας στις σημερινές κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές συνθήκες, με σκοπό να τονίσει τη δύναμη του. Η ταινία αποτελείται από μια τριλογία ερωτικών ιστοριών, τριών διαφορετικών γενεών, με φόντο μια πολύχρωμη Ελλάδα γεμάτη με τα χρώματα της οικονομικής κρίσης, των απολύσεων, του φασισμού, αλλά κυρίως πλασμένη με το κόκκινο του έρωτα.

«Ήθελα να γράψω μια ιστορία, όπου ο βασικός εχθρός, το βασικό εμπόδιο θα είναι μια πραγματικότητα κοινωνική – πολιτική, η οποία και θα καθορίζει τα πράγματα. Αυτό ήταν η μεγάλη πρόκληση για μένα, πώς να το δομήσω όλο αυτό, πώς να το φτιάξω, πώς να το συνθέσω. Κατά κάποιο τρόπο είναι Έρωτας vs Πολιτικής. Η ταινία χρειάστηκε δυόμιση χρόνια, για να ετοιμαστεί. Ήταν μια παραγωγή που είχε πολλές απαιτήσεις. Επτά πρωταγωνιστές, δύο γλώσσες, πολλούς διαφορετικούς χώρους και βέβαια η πραγματικότητα της χώρας μας, εξαιτίας της οποίας πολλές φορές τα πράγματα καθυστερούσαν. Είναι μια ταινία που γυρίστηκε σε τρία μέρη, δηλαδή ουσιαστικά την αντιμετωπίσαμε σαν τρείς διαφορετικές ταινίες» δήλωσε ο Χριστόφορος λίγο μετά την εμφάνιση της ταινίας στη μεγάλη οθόνη.

Το μεγαλείο του έργου του τιμήθηκε στα βραβεία του Los Angeles Greek Film Festival, όπου ο αγαπημένος σκηνοθέτης και πρωταγωνιστής παρέλαβε το βραβείο του κοινού για την ταινία του, που έκανε πρεμιέρα στην άλλη μεριά του Ατλαντικού, η Μαρία Καβογιάννη τιμήθηκε με το τρόπαιο της καλύτερης ερμηνείας και ο οσκαρικός J.K. Simmons παρέλαβε τιμητικό βραβείο για την προσφορά του.

Ένα είναι πάντως σίγουρο: Ο Χριστόφορος μας δίδαξε την αξία της δεύτερης ευκαιρίας, και την μαγική ικανότητα του «θεού» έρωτα να αλλάζει τον άνθρωπο…

Διαφορετικές εποχές, διαφορετικοί συντελεστές, διαφορετικά μηνύματα… Με κοινό σημείο αναφοράς το μεγαλείο της ελληνικής κουλτούρας και πολιτισμού, οι ταινίες αυτές-καθώς και πολλές άλλες-ταξίδεψαν από άκρη σε άκρη για να δείξουν σε όλο τον πλανήτη τι σημαίνει Ελλάδα, τι σημαίνει Έλληνας-του χθες και του σήμερα. Όχι, λοιπόν, η ελληνική τέχνη δεν έμεινε πίσω στα χρόνια της αρχαιότητας, αλλά εξελίσσεται, μεγαλώνει, ωριμάζει μαζί με εμάς. Την επόμενη φορά που θα ακούσεις ότι η Ελλάδα δεν παράγει πλέον τίποτα αξιοθαύμαστο, φρόντισε εσύ ο ίδιος να είσαι ο άνθρωπος που θα αποδείξει το αντίθετο…

Γράφει η Ηρώ Σιδέρη

Δημοσιογραφική επιμέλεια: Παναγιώτης Ανδρεάδης

No comments so far.

Be first to leave comment below.

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Αρέσει σε %d bloggers: