Οι Πρόεδροι της Ελληνικής Δημοκρατίας Οι Πρόεδροι της Ελληνικής Δημοκρατίας
Οι Πρόεδροι της Ελληνικής Δημοκρατίας αποτελούν, την «κορώνα» του Ελληνικού συντάγματος και της Ελληνικής Αρχής. Από την μεταπολίτευση και μετά έπαιξαν σπουδαίο ρόλο στα... Οι Πρόεδροι της Ελληνικής Δημοκρατίας

Οι Πρόεδροι της Ελληνικής Δημοκρατίας αποτελούν, την «κορώνα» του Ελληνικού συντάγματος και της Ελληνικής Αρχής. Από την μεταπολίτευση και μετά έπαιξαν σπουδαίο ρόλο στα πολιτικά τεκταινόμενα της χώρας. Από τον Στασινόπουλο στον Τσάτσο, στον Σαρτζετάκη, απ’ τον Καραμανλή στον Στεφανόπουλο και απ’ τον Παπούλια στον σημερινό πρόεδρο της δημοκρατίας τον Προκόπη Παυλόπουλο.

Μιχαήλ Στασινόπουλος

Ο πρώτος Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας μετά την κατάργηση της βασιλείας στην Ελλάδα ήταν ο Μιχαήλ Στασινόπουλος, ο οποίος διετέλεσε Πρόεδρος από το 1974 έως το 1975. Ο Μιχαήλ Στασινόπουλος γεννήθηκε στη Μεσσήνη στις 27 Ιουλίου του 1903. Αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή Αθηνών, το 1924 και το 1929 έγινε εισηγητής στο συμβούλιο Επικρατείας.

Ο προσωρινός Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Μιχαήλ Στασινόπουλος, υπογράφει το ψηφισμένο από τη βουλή Σύνταγμα στις 9 Ιουνίου 1975

 

Το 1934 έγινε σύμβουλος της Επικρατείας. Από το 1925 έως το 1958, διετέλεσε υφηγητής και τακτικός καθηγητής Διοικητικού Δικαίου, στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, όπου την περίοδο 1951-1957 διετέλεσε Πρύτανης. Το 1959 αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτωρ των Πανεπιστημίων Μπορντό και Παρισιού.

Το 1947 τοποθετήθηκε πολιτικός σύμβουλος της Στρατιωτικής Διοικήσεως Δωδεκανήσου στο μεταβατικό στάδιο που μεσολάβησε έως την ενσωμάτωση των Δωδεκανήσων στην Ελλάδα.

Το 1952 ανέλαβε για πρώτη φορά κυβερνητικό αξίωμα ως υπουργός Προεδρίας και Εργασίας στην υπηρεσιακή κυβέρνηση του Δημητρίου Κιουσόπουλου. Διετέλεσε επίσης Πρόεδρος του ιδρύματος της Ελληνικής Ραδιοφωνίας από το 1951 έως το 1953 και στη Λυρική Σκηνή από το 1953-1954. Από το 1966 έως το 1969 ήταν πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, αλλά εκδιώχθηκε από τη δικτατορία λόγω των αντιδικτατορικών του φρονημάτων.

Πρόεδρος της Δημοκρατίας εξελέγη όταν καταργήθηκε η βασιλεία, καθώς η νέα Βουλή τον επέλεξε προσωρινό Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας με 206 ψήφους. Η θητεία του διήρκησε έως τις 20 Ιουνίου 1975, όταν ανέλαβε το αξίωμα ο Κωνσταντίνος Τσάτσος διαμορφώνοντας το νέο πολίτευμα.

Η προεδρική του θητεία χαρακτηρίζεται από τη διακριτική του παρουσία στα πολιτικά δρώμενα. Το 1920 εμφανίστηκε στη λογοτεχνική σκηνή με ποιήματα και μεταφράσεις Γάλλων ποιητών στο περιοδικό  «Μούσα». Το συγγραφικό του έργο περιβάλλεται από δοκίμια, όπως το Δίκαιο των διοικητικών πράξεων (1950), με ψήφους 3 εναντίον 2 (1977), Ποιήματα (1949) και Πεζογραφήματα, όπως Η Δίκη (1977).

Ο Μιχαήλ Στασινόπουλος απεβίωσε στην Αθήνα στις 31 Οκτωβρίου 2002.

Κωνσταντίνος Τσάτσος

Ο Κωνσταντίνος Τσάτσος ήταν ο δεύτερος Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας. Διετέλεσε Πρόεδρος την περίοδο 1975 μέχρι το 1980, όπου και παραιτήθηκε απ’ τη θέση του Προέδρου.

Ο Κωνσταντίνος Τσάτσος (1899-1987) ήταν νομικός, φιλόσοφος και πολιτικός. Ακολούθησε ακαδημαϊκή σταδιοδρομία, εκλεγόμενος τακτικός καθηγητής της φιλοσοφίας του δικαίου στη νομική σχολή Αθηνών και μέλος της Ακαδημίας Αθηνών (1961) της οποίας ήταν Πρόεδρος.

Ασχολήθηκε με την πολιτική για πρώτη φορά το 1945, αναλαμβάνοντας υπουργός εσωτερικών στην κυβέρνηση Πέτρου Βούλγαρη και από τότε εξελίχθηκε σ’ έναν απ’ τους βασικούς πρωταγωνιστές της πολιτικής σκηνής, της Ελλάδας. Διετέλεσε υπουργός σε πολλές κυβερνήσεις και αναδείχθηκε σ’ έναν από τους βασικούς συνεργάτες του Κ. Καραμανλή. Με την υποστήριξη του τελευταίου κατάφερε το 1975 να εκλεγεί πρόεδρος της δημοκρατίας, θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι το 1980, οπότε και παραιτήθηκε.

Το φιλοσοφικό του, λογοτεχνικό και νομικό του έργο θεωρείται σημαντικό. Παράλληλα επηρέασε σημαντικά το Σύνταγμα του 1975, όντας  πρόεδρος της κοινοβουλευτικής επιτροπής συντάξεως του συντάγματος, ενώ θεωρείται από τους βασικούς υποστηρικτές της ευρωπαϊκής και αμερικανικής ιδέας.

Για τη σημαντική του προσφορά του στην ανάπτυξη του ευρωπαϊκού οράματος του απονεμήθηκε το 1980 το μέγα Ευρωπαϊκό βραβείο Κουντενχόβε-Καλλέργη. Επίσης, ήταν μέλος πολλών ξένων Ακαδημιών μεταξύ των οποίων της Ρωσίας της Λετονίας κ.α. Ο Κωνσταντίνος Τσάτσος, καταβεβλημένος από τον καρκίνο πέθανε στις 8 Οκτωβρίου 1987 σε ηλικία 88 ετών.

Γεννήθηκε την 1 Ιουλίου 1899 στην Αθήνα και ήταν πρωτότοκος γιος του Δημητρίου Τσάτσου (δικηγόρου και βουλευτή) και της Θεοδώρας Ευστρατιάδη. Αδερφός του ήταν ο Θεμιστοκλής Τσάτσος. Μεγάλωσε σ’ ένα σπίτι της οδού Βησσαρίωνος 8, αλλά επισκέπτονταν συχνά την Τεργέστη, οπού ήταν εγκατεστημένοι οι γονείς της μητέρας του.

Φοίτησε στο Γυμνάσιο Μακρή και στο Β’ Γυμνάσιο Νεαπόλεως, ενώ στη συνέχεια στο Διδασκαλείο Μέσης Εκπαιδεύσεως, οπού είχε δασκάλους τον Σωκράτη Κουγέα και τον Δημήτρη Γληνό. Από νεαρή ηλικία μιλούσε γαλλικά και γερμανικά, ενώ διάβαζε φιλοσοφικά έργα και ποιήματα ήδη από 13 ετών. Στην ηλικία των 15 ετών άρχισε να γράφει ποιήματα με τον παιδικό του φίλο Αλέξανδρο -Εμπειρίκο Κουμουνδούρο.

Το 1914 εγγράφηκε στην Νομική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, από την οποία αποφοίτησε το 1918. Την ίδια χρονιά συμπεριλήφθηκε στην ελληνική αποστολή του συνεδρίου της ειρήνης στο Παρίσι, ως κρυπτογράφος, της οποίας ομάδας επικεφαλής ήταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος και εγκαταστάθηκε στο Παρίσι για έναν χρόνο. Το 1920 ανέλαβε μαζί με τον Γεώργιο Μαριδάκη το δικηγορικό γραφείο του πατέρα του, ο οποίος στο μεταξύ είχε πεθάνει.

Οι στρατιωτικές του υποχρεώσεις ως το 1923, ο αιφνίδιος θάνατος του πατέρα του και η διάσωση του δικηγορικού γραφείου, μοναδικού πόρου ζωής για την μητέρα του και τον αδερφό του, ανέστειλαν το ξεκίνημα των μεταπτυχιακών του σπουδών. Το 1925, εγκαταστάθηκε στη Χαϊδελβέργη προκειμένου να συμπληρώσει τις νομικές του σπουδές και να κάνει το διδακτορικό του. Εκεί, γνωρίστηκε με τους Ιωάννη Θεοδωρακόπουλο και Παναγιώτη Κανελλόπουλο και επηρεάστηκε σημαντικά απ’ τους Ρίκερτ,  Γιάσπερς και άλλους Γερμανούς καθηγητές του.

Με την επιστροφή του παρέλαβε μαζί με τον αδερφό του αυτή τη φορά το γραφείο του πατέρα του και ασχολήθηκε αποκλειστικά με τη δικηγορία ως το 1931. Ο ίδιος δεν είχε έλξη από το δικηγορικό επάγγελμα, όπως σημείωνε στην αυτοβιογραφία του: «Δεν αισθάνθηκα ποτέ, ούτε στην αρχή, μια οποιαδήποτε έλξη προς αυτό το επάγγελμα. Δεν συνέδεσα καμία φιλοδοξία μου μαζί του».

Η ακαδημαϊκή του σταδιοδρομία ξεκινά το 1929, όταν ανακηρύχθηκε διδάκτωρ της Νομικής με θέμα διδακτορικής διατριβής «Η νομική ως τεχνική και επιστήμη» και επί υφηγεσίας διατριβής του «Φιλοσοφία και επιστήμη του Δικαίου» ενώ τον επόμενο χρόνο έγινε αφηγητής με θέμα δοκιμαστικής και το 1933 καθηγητής στην έδρα της εισαγωγής στην επιστήμη του Δικαίου και της φιλοσοφίας του Δικαίου. Ξεκίνησε τη διδακτική του δραστηριότητα ως άμισθος υφηγητής. Το 1934 άρχισε να διδάσκει Κοινωνική Φιλοσοφία των Αρχαίων Ελλήνων.

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1930 ο Τσάτσος ήρθε σε επαφή με τους σημαντικούς λογοτέχνες και ποιητές της εποχής, ενώ ξεχωριστή υπήρξε η φιλία του με τον Κωστή Παλαμά, τον οποίο είχε γνωρίσει ήδη από το 1922. Την ίδια εποχή, το 1930, μαζί με τον Κανελλόπουλο και τον Θεοδαρακόπουλο εξέδωσε το τριμηνιαίο περιοδικό «Αρχείο Φιλοσοφίας και Θεωρίας των Επιστημών», η έκδοση του οποίου συνεχίστηκε για τα επόμενα έντεκα χρόνια. Παράλληλα με τα μαθήματα του στη νομική σχολή, δίδασκε και φιλοσοφία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο (1935-1938).

Το 1935 αρχίζει να ασχολείται με τα πολιτικά ζητήματα όταν πριν το δημοψήφισμα δημοσίευσε άρθρα υπέρ του δημοκρατικού πολιτεύματος. Το 1938 απέτυχε να γίνει τακτικός καθηγητής λόγω της δικτατορίας Μεταξά. Την ίδια χρονιά η κυβέρνηση Τσαλδάρη επιχείρησε να τον παύσει από το Πανεπιστήμιο, αλλά παρέμεινε από έντονο διάβημα του Παναγιώτη Κανελλόπουλου. Το 1939, το καθεστώς Μεταξά, είχε βάλει χαφιέδες να παρακολουθούν τις πανεπιστημιακές του παραδόσεις του και ενώ αρχικά του πρότεινε να αναλάβει το ανώτατο αξίωμα στην Εθνική Οργάνωση Νεολαίας, τον συνέλαβε και τον εκτόπισε στη Σκύρο, ως κομμουνιστή.

Η υποψία του καθεστώτος σε βάρος του, ενισχύθηκε από τις επισκέψεις που πραγματοποίησε στους τόπους εξορίας του Παναγιώτη Κανελλόπουλου. Στη συνέχεια μετατοπίστηκε στις Σπέτσες μετά από παρέμβαση του Κυριάκου Βαρβαρέσου προς τον Κωνσταντίνο Μανιαδάκη, όπου διέμεινε μέχρι το τέλος Ιανουαρίου 1940, οπότε διέμεινε και του επετράπη να επιστρέψει στην Αθήνα. Όταν εκδηλώθηκε ο πόλεμος μαζί με τους Ιωάννη Θεοδαρακόπουλο και Ιωάννη Κακριδή, έστειλαν επιστολή στον Μεταξά με την οποία του ζητούσαν να καταταγούν εθελοντικά και να πολεμήσουν.

Τελικά ο Τσάτσος χρησιμοποιήθηκε στη Διεύθυνση Εξωτερικού Τύπου για την σύνταξη προπαγανδιστικών ξενόγλωσσων φυλλαδίων. Όταν εισήλθαν οι Γερμανοί στην Αθήνα, μετέβη με την οικογένεια του στο χωριό Βασσαράς της Σπάρτης, με απώτερο στόχο να μεταβούν διαμέσου Κυθήρων και Αντικυθήρων στην Κίσσαμο. Όταν οι Γερμανοί έφτασαν στη Σπάρτη, επέστρεψαν στην Αθήνα. Εργάστηκε στην Εθνική Οργάνωση Χριστιανικής Αλληλεγγύης (ΕΟΧΑ) της Αρχιεπισκοπής και στο συσσίτιο του Πανεπιστημίου.

Το 1941 εγκατέλειψε τη θέση του στο πανεπιστήμιο, όταν στην επέτειο της 28ης Οκτωβρίου του ίδιου έτους εκφώνησε ομιλία προς τους φοιτητές του και στη συνέχεια τους συνέστησε να καταθέσουν ομαδικώς άνθη στο μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη, αλλά λόγω της φρούρησης του χώρου η κατάθεση πραγματοποιήθηκε στο άγαλμα του Διονυσίου Σολωμού στον Εθνικό Κήπο .

Την επόμενη μέρα απολύθηκε από το Πανεπιστήμιο. Με την βοήθεια του Αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού επέστρεψε στο σπίτι του από το κρησφύγετο όπου κρύβονταν, χωρίς να συλληφθεί. Το 1942, ίδρυσε τη Σοσιαλιστική Ένωση μαζί με τους Ξενοφών Ζολώτα, Γεώργιο Μαύρο, Άγγελο Αγγελόπουλο και Πέτρου Γαρουφαλιά.

Κατά τη διάρκεια της κατοχής συνεργάστηκε με τον Χριστόδουλο Τσιγάντε ως μέλος της επιτροπής που αποτελούσε τον σύνδεσμο μεταξύ κυβερνήσεως του Καΐρου και των Αντιστασιακών Οργανώσεων. Αποξενωμένος ιδεολογικά απ ‘ το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο προσέγγισε τον Εθνικό Δημοκρατικό Ελληνικό Σύνδεσμο (ΕΔΕΣ). Για τη δράση του αυτή καταδιώχθηκε για να διαφύγει τελικώς τον Ιούλιο του 1944 στη Μέση Ανατολή, μέχρι το Νοέμβριο του ίδιου έτους.

 Ο πολιτικός προσανατολισμός του ήταν φιλοβενιζελικός. Σημειώνει χαρακτηριστικά ο ίδιος στην αυτοβιογραφία του Λογοδοσίαν μιας Ζωής «Στα χρόνια όμως της Κατοχής, μια πρόσθετη φλόγα άναψε μέσα μου. Με έπιασε η μανία της πολιτικής δράσης. Το 1944-45 ήθελα με πάθος να γίνω Υπουργός. Οι επιθέσεις που μου έγιναν γιατί είχα κάνει ως υπουργός 3 1/2 μήνες σπουδαίο έργο , επιτείνανε τις φιλοδοξίες μου. Απέβλεπα πια στο βουλευτιλήκι…»

Η πρώτη ουσιαστική ανάμειξη με την πολιτική ήταν το 1945, όταν και ανέλαβε Υπουργός Προνοίας και προσωρινώς Εσωτερικών και Δικαιοσύνης στην Υπηρεσιακή κυβέρνηση Πέτρου Βούλγαρη. Στην κυβέρνηση Κανελόπουλου που σχηματίστηκε τον ίδιο χρόνο ανέλαβε δυο υπουργεία, του Τύπου και προσωρινώς Αεροπορίας.

Το 1949, ανέλαβε το χαρτοφυλάκιο του Υπουργείου Παιδείας. Κατά τη διάρκεια της θητείας του οργάνωσε την Εθνική Πινακοθήκη. Στις εκλογές του 1950, έθεσε υποψηφιότητα με το κόμμα του Κανελόπουλου αποτυγχάνοντας όμως να εκλεγεί. Τότε άρχισε να εργάζεται στην εφημερίδα Καθημερινή και να ασκεί δικηγορία. Το 1956, προσχώρησε στο υπό ίδρυση κόμμα του Κωνσταντίνου Καραμανλή, την Εθνική Ριζοσπαστική Ένωση (ΕΡΕ), βοηθώντας τον αρχηγό στη σύνταξη κειμένων και διακηρύξεων σχετικά με την ίδρυση του κόμματος .

Στην κυβέρνηση Καραμανλή ανέλαβε το Υπουργείο Προεδρίας, όπως και στις εκλογές του 1958, ανέλαβε το ίδιο υπουργείο. Το 1962 ανέλαβε το Υπουργείο Κοινωνικής Προνοίας. Στη κυβέρνηση Κανελόπουλου ο Τσάτσος ανέλαβε το Υπουργείο Δικαιοσύνης μέχρι τη δικτατορία της 21ης Απριλίου του 1967. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας ο Τσάτσος υπέγραψε κάποιες αντιδικτατορικές προκηρύξεις δίχως να προβεί σε κάποια άλλη ενέργεια .

Συνοδεύονταν συνεχώς, από έναν αστυνομικό ο οποίος τον παρακολουθούσε. Μετά τη Χούντα ανέλαβε το Υπουργείο Πολιτισμού στην κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας, όμως ασχολιόταν πιο πολύ με τα προσχέδια του νέου Συντάγματος και την κατάρτιση των συνδυασμών της Νέας Δημοκρατίας. Ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ήταν προσωπική επιλογή του Κ.Καραμανλή.

Στην ψηφοφορία που διεξάχθηκε στη Βουλή έλαβε 210 ψήφους σε σύνολο 295 ψηφισάντων. Ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας ανέλαβε να οργανώσει καλύτερα τον θεσμό. Ασχολήθηκε με βασικά ζητήματα της εθνικής πολιτικής με σημαντικές προσωπικότητες όπως ο Αϊζενχάουερ, Βαλερί Ζισκάρ ντ’ Εσταίν κ.α. Μετά το τέλος της θητείας του ανέλαβε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής.

Ο Κωνσταντίνος Τσάτσος είχε νυμφευθεί δυο φορές. Την πρώτη φορά το 1925 που κράτησε ως το 1929 με την Λίλη Ζιμάνη. Τη δεύτερη φορά νυμφεύθηκε την Ιωάννα Σεφεριάδου (αδερφή του Γεωργίου Σεφέρη) στις 30 Ιουνίου 1930, με την οποία απέκτησε δυο κόρες.

Χρήστος Σαρτζετάκης

Τρίτος Πρόεδρος που ανέλαβε τα «ηνία» της Ελληνικής Δημοκρατίας ήταν ο Χρήστος Σαρτζετάκης. Γεννήθηκε στη Νεάπολη Θεσσαλονίκης το 1929 και ο πατέρας του ήταν αξιωματικός της Χωροφυλακής, καταγόμενος από τα Χανιά.

Η μητέρα του το γένος Γραμμενόπουλου ήταν από το Σκλήθρο Φλώρινας, κόρη του Μακεδονομάχου της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και εισήλθε στο δικαστικό κλάδο το 1955. Το 1961 ήταν ανακριτής στο Αγρίνιο, στην ανάκριση του παιδαγωγού Μιχάλη Παπαστάυρου. Το 1956 υπηρέτησε στο πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και έγινε γνωστός ως ανακριτής στην υπόθεση της δολοφονίας του βουλευτή της Αριστεράς Γρηγόρη Λαμπράκη.

Διεξήγαγε την ανάκριση χωρίς να υποκύψει σε πολιτικές πιέσεις που δέχτηκε από την τότε πολιτική και δικαστική εξουσία. Η γενναία στάση του αποτυπώθηκε στην ταινία «Ζ» του Κώστα Γαβρά. Αποκτώντας εκπαιδευτική άδεια, έκανε στο Παρίσι  το διάστημα 1965-1967, μεταπτυχιακές σπουδές στο Εμπορικό Δίκαιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοτικό Δίκαιο.

Το 1968, επί της Χούντας απολύθηκε από το δικαστικό σώμα δύο φορές και στη συνέχεια συνελήφθη δύο φορές, βασανίστηκε στο ΕΑΤ-ΕΣΑ και φυλακίστηκε, χωρίς δίκη. Απολύθηκε από τις φυλακές της Χούντας μετά από διεθνή κατακραυγή. Με την πτώση της δικτατορίας αποκαταστάθηκε στην υπηρεσία του τον Σεπτέμβριο του 1974 με τον βαθμό του Εφέτη.

Κατά τη Προεδρική εκλογή του 1985 , ο Χρήστος Σαρτζετάκης προτάθηκε από το ΠΑΣΟΚ και εξελέγη από αυτό αλλά και από τα κόμματα της αριστεράς, στις 29 Μαρτίου 1985 Πρόεδρος της Δημοκρατίας, θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι τις 5 Μαϊού 1990.

Η εκλογή του συνδέθηκε με δυο προβλήματα Συνταγματικού Δίκαιου, τα «χρωματιστά ψηφοδέλτια» και την «ψήφο Αλευρά». Κατά τη θητεία του ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας έγινε γνωστός για τη δήλωση του: «Είμαστε, έθνος ανάδελφον», που γνώρισε μεγάλη αποδοχή και από την αφοσίωση του στην τήρηση του Συντάγματος, ιδιαίτερα στο δύσκολο διάστημα 1989-1990

Μετά το 1990 έχει αποσυρθεί σε μεγάλο βαθμό από την δημόσια ζωή αν και δημοσιεύει κείμενα στην ιστοσελίδα του. Είναι παντρεμένος με την Έφη Αργυρίου και έχει μια κόρη.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Για τον Κωνσταντίνο Τσάτσο: Αρβαντινός Ι.»Τσάτσος, ο φιλόσοφος της πολιτείας και του δικαίου»  Φιλοσοφία (1989-1990) Αφιέρωμα στον Κωνσταντίνο Τσάτσος

«Αφιέρωμα: Χαράγματα για τον Κωνσταντίνο Τσάτσο» Εκδ. Ευθύνη 1987

Για τον Μιχαήλ Στασινόπουλο: Βιογραφία στον ιστότοπο της Προεδρίας της Ελληνικής Δημοκρατίας.

Για τον Χρήστο Σαρτζετάκη: Εγκυκλοπαίδεια Υδρία Cambridge -Ήλιος: Χρήστος Σαρτζετάκης.

Χρήστος Σαρτζετάκης: Βιογραφία Οικογενειακά, Περί την Οικογενειακή μου καταγωγήν. Ανασκευή Σκοπιανής -Ύβρεως.

Γράφει η Ειρήνη Λεγάκη

Δημοσιογραφική επιμέλεια: Παναγιώτης Ανδρεάδης

No comments so far.

Be first to leave comment below.

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Αρέσει σε %d bloggers: