Θρησκευτική Εκπαίδευση – Ιεραποστολή
06.03.2025
Πέτρος Παναγιωτόπουλος, Αν. Καθηγητής Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ

Σε αξίωσε ο Θεός για άλλη μια φορά να ζήσεις το αλλιώτικο, το ουσιαστικό. Μπορεί να μην ήταν η πρώτη φορά, αλλά οι εμπειρίες είναι τόσο δυνατές, που νιώθεις ότι σε κάθε επίσκεψη, κάτι καινούργιο συμβαίνει. Θες να μιλήσεις, να πεις τόσα πολλά, αλλά φοβάσαι την αδιαφορία, την επιφύλαξη, την άγνοια. Ίσως μόνο να γράψεις μπορείς, κι εκεί επιλεκτικά, σαν αντίδωρο, σαν διέξοδο στο θαύμα που βλέπεις να συντελείται. Περιορίζεσαι λοιπόν σε τρεις πτυχές του:
* Η χαρά των ανθρώπων. Ίσως ήταν η πρώτη φορά που συνέβη κάτι πολύ παράξενο. Στις φωτογραφίες και τα βίντεο που έστελνες σε διάφορους φίλους στην Ελλάδα, οι περισσότεροι από αυτούς – και χωρίς να έχουν κάποια σχέση μεταξύ τους – έλεγαν το ίδιο ακριβώς πράγμα: ότι οι άνθρωποι έδειχναν πολύ χαρούμενοι! Όταν κάποιοι από αυτούς τους φίλους ζητούσαν περαιτέρω διευκρινίσεις και λεπτομέρειες, και ίσως όχι τυχαία ρωτούσαν για την οικονομική κατάσταση των ανθρώπων. Εντυπωσιάζονταν στη συνέχεια από το γεγονός ότι πρόκειται για ανθρώπους με μεγάλες οικονομικές δυσκολίες. Σχεδόν όλοι αναλογίζονταν για τη σημασία της χαράς και για το πού βρίσκεται αυτή. Μια φίλη το συνόψισε εξαιρετικά: “Μάλλον στον πολιτισμό μας κάπου το χάσαμε…”

Ξανακοίταξες το υλικό που είχες στείλει: είχαν δίκιο. Πρόσεξες κατόπιν τους ίδιους τους ανθρώπους, στην καθημερινότητά τους. Ήταν εμφανής η χαρά και η ζωντάνια. Φαίνεται ότι ήταν κάτι που το είχες ζήσει εξαρχής, “χάθηκε” μέσα στον κυκεώνα των έντονων εντυπώσεων, το συνήθισες και σταμάτησες να το προσέχεις.
Σε κάποια στιγμή μάλιστα, ένα μεσημέρι ακούσατε τα παιδιά που είχαν σχολάσει από το γειτονικό σχολείο και πήγαιναν στα σπίτια τους, να … τραγουδούν… Πόσο παλιά ανάμνηση…. Μια ξεχασμένη πια συνήθεια στα δικά μας… Ένα αδιόρατο σημάδι για αυτά που πραγματικά χάσαμε, για το εν πολλοίς μάταιο των επιδιώξεων και των στοχεύσεών μας.

Δεν θέλεις να εξωραΐζεις τα πράγματα. Κι εκεί υπάρχει γκρίνια, κάποτε κατήφεια και μιζέρια – αλλά οπωσδήποτε δεν είναι αυτό που κυριαρχεί. Παρά την έλλειψη σαφών και συγκεκριμένων προοπτικών, υπάρχει αισιοδοξία, ενίοτε διάχυτη, υπάρχει χαμόγελο, χαρά και ελπίδα. Μάλλον δεν θα πρέπει να θεωρηθεί ότι αυτό είναι αποσυνδεδεμένο με την έντονη θρησκευτικότητα του λαού.
Κι ένα ακόμη χαρακτηριστικό σημείο. Κάθε βράδυ ψέλνεται το Απόδειπνο στον ναό του Πανεπιστημίου (τιμώμενο στο όνομα του αγ. Αθανασίου του Αθωνίτη). Οι φοιτητές συμμετέχουν βιωματικά, ψέλνουν όλοι κυριολεκτικά με … κέφι. Το ζουν και το χαίρονται. Μια Ακολουθία πραγματική γιορτή!

Το βράδυ όμως που ανακοινώθηκε ότι οι αντάρτες του Μετώπου Μ23, με την υποστήριξη της γειτονικής Ρουάντα, κατέλαβαν μια μεγάλη πόλη στα ανατολικά της χώρας (κάπου 2.000 χλμ. μακριά), η ατμόσφαιρα ήταν αλλιώτικη. Βαριά και δύσθυμη. Οι φωνές πενθούσαν κι οι ψαλμωδίες ήταν γεμάτες προσευχή για το μέλλον της δύσμοιρης χώρας. Το ίδιο κι οι επόμενες μέρες – αλλ’ όμως σταδιακά το κλίμα άλλαζε. Όλοι συζητούσαν τα γεγονότα, αλλά ήταν φανερό ότι η ελπίδα ξαναγεννιόταν, ότι ένα καλύτερο αύριο θα ’ρθεί, αργά ή γρήγορα. Το ’βλεπες εξάλλου και στα μαθήματα: ο προβληματισμός γινόταν ευθύνη, να μάθουμε, να βρούμε τρόπους να καλυτερέψουμε τις ζωές μας, την κοινωνία μας, τη χώρα μας. Μπορούμε.
* Η τιτάνια προσπάθεια της τοπικής Εκκλησίας. Αν δεν το ζήσει κανείς, πολύ δύσκολα το περιγράφει. Κυριολεκτικά από το πουθενά, μέσα σε πολυάνθρωπες εργατικές συνοικίες, δίπλα σε λαμαρίνες και παράγκες, ξεφυτρώνουν ενορίες. Σε μικρές και μεγάλες πόλεις, στην επαρχία και στα αστικά κέντρα, η Ορθόδοξη Εκκλησία δηλώνει την παρουσία της. Ναοί αξιοπρεπείς, καλαίσθητοι, αναδύονται ανάμεσα στα ταπεινά χαμόσπιτα των ανθρώπων, να τους συντροφεύουν, να τους παρηγορούν, να προσφέρουν την ευλογία και τον αγιασμό της λατρείας και του λόγου της Ανάστασης.
Κι οι ντόπιοι να την αγκαλιάζουν. Και παρά τον μόχθο και την ταλαιπωρία για τον επιούσιο, να υποπτεύονται ότι κάτι άλλο συμβαίνει σε αυτήν την «παράξενη κοινότητα». Και να έρχονται, να θέλουν να μάθουν, να διψάνε διαρκώς για ζωή. Σταθερή εικόνα: οι περίοικοι να κολλάνε τα πρόσωπά τους στα κάγκελα των παραθύρων του Ναού, να κοιτάζουν το «περίεργο εσωτερικό», με τα δρώμενα αυτής της «περίεργης λατρείας» και τους κληρικούς με τα λαμπρά άμφια. Οι περισσότεροί τους θα ζητήσουν κάποια στιγμή να μάθουν περισσότερα. Πολλοί θα ζητήσουν να βαπτιστούν.

Και δίπλα στους ναούς να ετοιμάζεται παράλληλα και το σχολείο. Που τόσο ανάγκη το έχει η τοπική κοινωνία, αλλά δυσκολεύεται να το χαρεί, λόγω των ανεπαρκών υποδομών. Σχολείο που λειτουργεί κυριολεκτικά για να μορφώνονται τα παιδιά, όλα τα παιδιά, και να πληρώνονται τα έξοδά του. Με πλήθος υποτροφιών και με τιμές σαφώς χαμηλότερες από τα υπόλοιπα (σε μια χώρα που η δωρεάν Παιδεία μοιάζει μακρινό όραμα: ακόμη και τα δημόσια σχολεία έχουν δίδακτρα). Μια καθαυτή προσφορά στη χώρα.
Κι ο επίσκοπος… Επίσκοπος; Μεγάλη κουβέντα μάλλον λέμε. Διάκος, παπάς, εργάτης, ψάλτης, μάγειρας, πνευματικός, δάσκαλος, ζητιάνος, τα πάντα τοις πάσι για να πιάσει ο σπόρος… Όλη μέρα στον δρόμο. Αξημέρωτα, να προλάβει το αδιανόητο μποτιλιάρισμα (προσωπική εξομολόγηση: ντράπηκες για τις γκρίνιες σου για το fly over της Θεσσαλονίκης… μπροστά σε αυτό που έζησες, ένιωθες ότι οι «χαμηλές ταχύτητές» μας ήταν ιλιγγιώδεις σχετικά με την ακινησία των ατέλειωτων χιλιομέτρων της Κινσάσα) για να τρέξει παντού, στα δεκάδες μέτωπα μέσα και έξω από την πόλη, να συναντήσει οποιαδήποτε αναποδιά μπορεί κανείς να φανταστεί αλλά και αυτήν που ξεπερνά κάθε φαντασία. Να επιστρατεύει «καντάρια υπομονής», για να αντιμετωπίσει νοοτροπίες αλλιώτικες και αλλόκοτες, συμπεριφορές που θέλουν κάθε λευκό να είναι ζάμπλουτος και έτοιμος να δώσει οποιοδήποτε ποσό, για να κάνει τη δουλειά του.

Να ανεβαίνει στις σκαλωσιές, για να γίνουν τα πράγματα όπως πρέπει. Να λειτουργεί στις πρόχειρες παράγκες με «άπασα» τη στολή, σε υψηλές θερμοκρασίες, γιατί οι άνθρωποι γνωρίζουν και προσβάλλονται, όταν διαπιστώσουν ενδυματολογικές «εκπτώσεις». Να κάθεται σε μια πλαστική καρέκλα («θρόνο» το λέμε εμείς εδώ), στριμωχτά στις καρέκλες και τους πάγκους του εκκλησιάσματος, γιατί «ο θερισμός είναι πολύς» και ο χώρος λίγος. Να βρίσκει διάθεση και κουράγιο για να συνομιλήσει με τις αρχές κάθε τόπου, οι οποίες αντιλαμβάνονται το πνευματικό ύψος της θέσης του και ανταποκρίνονται στην τιμή που νιώθουν ότι τελεί στον τόπο τους.
Και τελικά να επιστρέψει αργά το βράδυ στη βάση του (θα έλεγα: κατάκοπος, αλλά είναι μάλλον λίγη η λέξη να περιγράψει το μέγεθος της καθημερινής εξάντλησης), να τελέσει τις ακολουθίες του, να πάρει δύναμη για τις εκπλήξεις που τον περιμένουν αύριο.

Γιατί, βλέπετε, δεν είναι μόνο ότι κάποιοι πρέπει να λιώσουν για να στηθεί μια Εκκλησία «από το μηδέν». Είναι και η βαριά κληρονομιά όσων μόχθησαν στο παρελθόν για να στηθούν τα θεμέλια. Οι επίσκοποι Τιμόθεος και Ιγνάτιος. Οι πατέρες Χαρίτων, Κοσμάς, Χρυσόστομος. Αλλά κυρίως ο άμεσος προκάτοχος, ο πράος και γαλήνιος Νικηφόρος, που ανάλωσε εαυτόν (όπως κι ο δικός του προκάτοχος, Ιγνάτιος) στο μετερίζι του καθήκοντος κι ο Κύριος τον κάλεσε την ώρα του ιεραποστολικού έργου. Πώς να σταθείς ατάραχος σε αυτό το κάλεσμα και να μην κάνεις τα δέντρα που έσπειραν εκείνοι να καρπίσουν;
Αυτή τη φορά όμως είδες και κάτι άλλο. Κάτι που πάντα υποψιαζόσουν, το είχες ακούσει, ίσως να το είχες ζήσει και λίγο – αλλά πλέον φανερώθηκε καθαρά μπροστά σου. Την (κατά κόσμον) μοναξιά του εργάτη της Ιεραποστολής. Που έχει να παλέψει με τόσες αντιξοότητες, που οι πειρασμοί καρτερούν να βγουν σε κάθε βήμα, από εκεί που περιμένεις και από εκεί που δεν το περιμένεις. Και που δεν έχει κάπου να ακουμπήσει τον καημό του, ένα αυτί να ακούσει τα παράπονα, ένα στόμα να δώσει παρηγοριά. Κι εκεί που πάει να πάρει μια ανάσα, που πάει να πει πως βρήκε κάποιον συνεργάτη άξιο, να μοιραστεί λίγο από το βάρος των υποχρεώσεων και των ευθυνών, να ’ρχεται γρήγορα η απογοήτευση να τον δοκιμάζει. Από τον Παύλο ίσαμε σήμερα, οι ψευδάδελφοι δεν λείπουν. Κι απ’ τον Γολγοθά έως τώρα, οι Κυρηναίοι σπανίζουν.

Ναι, θα μου πείτε, είναι η προσευχή, η δύναμη της λατρείας, το μέγεθος της πίστης μας που οφείλουν να μας ενισχύουν. Ή ακόμα, ότι θα όφειλε αυτά να τα γνωρίζει και εφόσον ανέλαβε, πρέπει πλέον να γευτεί κι αυτή την πλευρά της θέσης του. Και άλλα τόσα. Κι εγώ από μακριά τα ίδια έλεγα. Αλλά πλέον είδα ότι η χάρη και το έλεος του Θεού λειτουργούν μέσα από αυτά, αλλά έχουν κι άλλους, πολλούς και ποικίλους δρόμους για αν εκφραστούν. Λόγου χάρη, πόση σημασία έχει η στήριξη των συμπατριωτών, της Ελληνικής Κοινότητας, στα απλά και στα δύσκολα, στα βασικά και στις λεπτομέρειες, για να βγει το έργο. Πόση αξία έχει ένας σταθερός συνεργάτης, ο Πρωτοσύγκελλος εν προκειμένω, για να ανταποκριθεί η Μητρόπολη στις ανάγκες που διαρκώς προκύπτουν (Πρωτοσύγκελλος… άλλη μια λέξη που θέλει επαναπροσδιορισμό… Κι εδώ ένας «τα πάντα τοις πάσι»: Διάκος, παπάς, εργάτης, ψάλτης, μάγειρας, πνευματικός, οδηγός, μεταφραστής, δάσκαλος και ό,τι άλλο χρειάζεται, σε κάθε στιγμή, προγραμματισμένο ή αναπάντεχο. Και όλα να τα διεξέρχεται εν σιωπή και καρτερία, με υπομονή και απαντοχή, το ίδιο εξαντλητικά, από το πρωί ως το βράδυ στο πόδι, με ηρεμία και σωφροσύνη που μόνο διδάσκει). Πόσο σημαντικός είναι ένας κληρικός που αντιλαμβάνεται το βάθος της κλήσης του, ένας γραμματέας που γνωρίζει τη δουλειά του και την τελεί ευσυνείδητα, ένας υπεύθυνος του οικοτροφείου που περιμένει τους φοιτητές να επιστρέψουν στους κοιτώνες τους για να ξεκουραστεί κι εκείνος, ένας γραμματέας του Πανεπιστημίου που φροντίζει να λειτουργούν τα προγράμματα, ένας καθηγητής που προσφέρει τις γνώσεις και το ήθος του.

Πράγματα αυτονόητα ίσως, αλλά που οι συνθήκες τα κάνουν ξεχωριστά. Κι όταν λειτουργούν, να σε κάνουν να λες «Δόξα τω Θεώ, εδώ κάτι σπουδαίο γίνεται».
Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Δεν είναι μόνο η ευσυνειδησία των εγγύς. Είναι και η ευαισθησία των μακράν. Είναι οι συμπολίτες γιατροί, που ξεσπιτώνονται κι αυτοί για 3 βδομάδες κάθε χρόνο σχεδόν, για να ταλαιπωρηθούν προσφέροντας παρηγοριά στον μεγάλο ανθρώπινο πόνο. Είναι η βοήθεια από Μοναστήρια, Συλλόγους και απλούς ανθρώπους. Αυτό που μπορεί να δώσει ο καθένας χωρίς γογγυσμό, χωρίς απαιτήσεις, χωρίς διάθεση προβολής. Απλές κινήσεις, ακόμα και ελάχιστες, οι οποίες στην κάψα των προβλημάτων που πολλαπλασιάζονται, γίνονται δροσιά, γίνονται «πνοή αύρας λεπτής» – κυριολεκτικά δηλαδή παρουσία Θεού. Άνθρωποι είμαστε όλοι και έχουμε μεγάλη ανάγκη των ορατών χαρισμάτων. Σκοτούρες και παράπονα, ευτυχώς ή δυστυχώς, πάντα περισσεύουν.
* Η ευγνωμοσύνη. Τελειώνει ο Εσπερινός στο Κένγκε. Επαρχιακή πόλη, 3,5 ώρες δρόμος από την Κινσάσα. Τελειώνουν κι οι πολύωρες προετοιμασίες για την άλλη μέρα, που θα γίνουν τα Εγκαίνια του νέου Ναού, του πρώτου ναού που θα τιμάται ο όσιος Γεράσιμος ο Υμνογράφος. Η αδημονία έκδηλη σε όλους για την αυριανή: τους βαπτισμένους κατοίκους της πόλης, τους κατηχούμενους, τους υπόλοιπους που ήρθαν να δουν τι γίνεται (όπως είπαμε και πιο πάνω), τον απόφοιτο της Σχολής μας και κάτοικο της πόλης, που ξεκίνησε τις Κατηχήσεις, τον ιερέα που έφευγε από την Κινσάσα για να ενισχύσει το έργο, τον τωρινό φοιτητή μας από την πόλη, που βοηθάει όσο μπορεί, τα μέλη της Συνοδείας του Μητροπολίτη.

Συνεχίζω τη συζήτηση που άρχισα πριν τον Εσπερινό με τον 30χρονο Τζακσόν, καθηγητή Αγγλικών στο τοπικό Γυμνάσιο και πατέρα 2 παιδιών. Ευγενική φυσιογνωμία, άνθρωπος λεπτός και διακριτικός. Μου λέει για τις δυσκολίες της καθημερινότητας, αλλά και για τη χαρά της μέρας. Για τον Ναό που αποκτά η τοπική εκκλησιαστική κοινότητα και που μας γνώρισε. Αλλάζουμε τηλέφωνα και σε λίγο λέει κάτι ασυνήθιστο. «Είναι η πιο χαρούμενη μέρα της ζωής μου σήμερα». Τον κοιτάζω απορημένος και αμήχανος. Το παίρνω τελικά σαν φιλοφρόνηση, ίσως κάπως υπερβολική, και χαιρετιόμαστε. Μετά από καμιά ώρα βλέπω μήνυμά του στο τηλέφωνο. Επαναλαμβάνει το ίδιο. Γεμίζω σκέψεις πολλές.
Την άλλη μέρα είναι από νωρίς στον Όρθρο. Λάμπει κυριολεκτικά. Στο τέλος της Θ. Λειτουργίας με αναζητά. Μου δίνει ένα χαρτί, με την παράκληση να το δώσω στον Μητροπολίτη. Είναι χειρόγραφο, μια σελίδα. Η μισή στα γαλλικά (η επίσημη γλώσσα της χώρας) και η άλλη μισή στα αγγλικά (υπέθεσε ότι ίσως ο Μητροπολίτης την καταλαβαίνει περισσότερο). Και τα δύο κείμενα λένε το ίδιο πράγμα. Το χτεσινό του μήνυμα και ευχαριστίες για το μεγάλο δώρο που έκανε στην πόλη. Την Εκκλησία και τον Ναό. Οι σκέψεις γίνονται συγκίνηση.

Δύο συμπληρωματικές εικόνες της πρόσληψης των για μας δεδομένων και κάποτε ανιαρών θησαυρών που έχουμε. Ανάμεσα στους εκπροσώπους των τοπικών αρχών, ένας παρακολούθησε όλη την τελετή των Εγκαινίων και τη Θ. Λειτουργία και ενθουσιάστηκε. Στο γεύμα μάς έλεγε πόσο πολύ θέλει να μάθει για αυτό που πιστεύουμε και ζούμε και ότι σκοπεύει να το κάνει τις επόμενες κιόλας μέρες. Και στο βενζινάδικο που σταματήσαμε για το ταξίδι της επιστροφής, ένας ντόπιος νεαρός έρχεται να βάλει βενζίνη στο μηχανάκι του. Μπροστά και πάνω από το φανάρι είναι τοποθετημένη η κάρτα του Οσίου Γερασίμου του Υμνογράφου, που έδινε ως ευλογία το πρωί ο Μητροπολίτης. Τον ρωτήσαμε αν είναι Ορθόδοξος. Όχι, μας είπε. Είδα κόσμο, κάθισα να δω τι γίνεται και στο τέλος πήρα κι εγώ. Οι ντόπιοι που μας συνόδευαν, μάς εξήγησαν ότι σίγουρα θα κατάλαβε κι ο νεαρός τη λειτουργία της αγιότητας και ήδη την ενέταξε στη ζωή του.
Ανεξερεύνητες οι οδοί Σου.