από τη Βίκυ Μπαφατάκη (20 Ιουνίου 2011)
Η υπόθεση της Λαμάρας Κελεσίδου, όπως αποτυπώθηκε δημοσιογραφικά, φωτίζει την τομή βιοτεχνολογίας, οικογενειακού δικαίου και ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, αναδεικνύοντας τα όρια μεταξύ τεχνικής δυνατότητας και κανονιστικής νομιμοποίησης. Η επιλογή εξωσωματικής γονιμοποίησης στη Ρωσία με παρένθετες κυοφόρους, για τη γέννηση τεσσάρων παιδιών από κρυοσυντηρημένο σπέρμα του αποβιώσαντος γιου, εγείρει σύνθετα ζητήματα αυτονομίας, συγγένειας και διασυνοριακής αναγνώρισης πράξεων προσωπικής κατάστασης. Η ηθική δυναμική του πένθους και της επιθυμίας βιολογικής συνέχειας, όσο ισχυρή και αν είναι, δεν υποκαθιστά τις τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις που τάσσουν οι έννομες τάξεις για μεταθανάτια χρήση γαμετών και για παρένθετη κυοφορία.
Η Λαμάρα Κελεσίδου, ιατρός-φυσιολόγος με επαγγελματική δραστηριότητα στο ΤΕΙ Πτολεμαΐδας, μητέρα 26χρονου ασθενούς που απεβίωσε από λευχαιμία ύστερα από πολυετή νοσηλεία σε νοσοκομείο της Θεσσαλονίκης, είχε μεριμνήσει όσο εκείνος ζούσε για την κρυοσυντήρηση του σπέρματός του και, μετά τον θάνατό του, προέβη σε πρόγραμμα ιατρικώς υποβοηθούμενης αναπαραγωγής με δύο παρένθετες κυοφόρους στο εξωτερικό, επιδιώκοντας τη γέννηση τεσσάρων τέκνων με γενετικό υλικό του αποβιώσαντος, με ρητό στόχο τη διατήρηση μιας μορφής βιολογικής και μνημονικής συνέχειας.
Η 60χρονη γιαγιά δήλωσε: “Βλέπω στα μάτια τους τη ζωή. Κράτησα ζωντανό κάτι από τον Μιχάλη και αυτό μου δίνει νέα ελπίδα, όνειρα και προορισμό στη ζωή μου”.
Η αναζήτηση παρένθετων μητέρων ξεκίνησε στη Γεωργία, όπου αναφάνησαν λειτουργικά προβλήματα και νομικοί περιορισμοί και συνεχίστηκε στην Ουκρανία, όπου εξασφαλίστηκε συνεργασία με κλινική ΙΥΑ και ολοκληρώθηκε επιτυχώς η εμβρυομεταφορά, με αποτέλεσμα οι κυήσεις να εξελιχθούν ομαλά. Τον Ιανουάριο του 2011 στη Μόσχα, σε μικρή χρονική απόσταση μεταξύ τους γεννήθηκαν τέσσερα υγιή νεογνά, τρία αγόρια και ένα κορίτσι, εκ των οποίων το ένα έλαβε το όνομα Μιχάλης λόγω της έντονης ομοιότητας με τον αποβιώσαντα, ενώ τα λοιπά ονομάστηκαν Ιωάννης, Θεοχάρης και Μαρία.
Στο ένα από τα αγόρια, τον πιο σοβαρό, όπως αναφέρει η ίδια, έδωσε το όνομα του γιου της. “Είναι ίδιος ο Μιχάλης. Με γυρίζει τριάντα χρόνια πίσω, όταν τον έφερα στον κόσμο”, διηγείται με συγκίνηση. Τα άλλα δύο πήραν τα ονόματα Ιωάννης (επειδή γεννήθηκε 7 Ιανουαρίου) και Θεοχάρης (χάρη Θεού), ενώ στο κορίτσι δόθηκε το όνομα της Παναγίας, Μαρία.
Η ίδια περιέγραψε δημόσια τα κίνητρά της ως σύνθεση πένθους, επιθυμίας διατήρησης της γενεαλογικής γραμμής και φροντίδας ανηλίκων, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα τις διοικητικές και δικαιοπολιτικές προκλήσεις που συνδέονται με τη διασυνοριακή αναγνώριση πράξεων προσωπικής κατάστασης, ιδίως ως προς τη ληξιαρχική καταχώριση και την πρόσβαση σε παροχές κοινωνικής πρόνοιας, και επιδιώκοντας στη Ρωσία τη νομική αναγνώριση μητρότητας κατ’ επίκληση ανάλογων περιπτώσεων προκειμένου να διευκολυνθεί η μελλοντική μετοίκηση στην Ελλάδα και η απρόσκοπτη άσκηση γονικής μέριμνας.
Η ιστορία λειτουργεί ως μελέτη περίπτωσης της συνάντησης βιοϊατρικής τεχνικής δυνατότητας με διασυνοριακές ρυθμιστικές αποκλίσεις, εγείροντας ερωτήματα για τη μεταθανάτια χρήση γεννητικού υλικού και την παρένθετη κυοφορία ως προς την απόδειξη πρότερης βούλησης του δότη, τις διαδικαστικές εγγυήσεις των εμπλεκομένων και την αναγνώριση αλλοδαπών πράξεων, ενώ η ακαδημαϊκή αποτίμηση προτάσσει τη συστηματική καταγραφή των πραγματικών περιστατικών και τη χαρτογράφηση των νομικών και βιοηθικών διαστάσεων που ανακύπτουν.







