Η Ντόροθυ Ίντι γεννήθηκε το 1904 στα περίχωρα του Λονδίνου. Ένα κορίτσι σαν όλα τα άλλα, σε μια οικογένεια σαν όλες τις άλλες. Όμως, στα τρία της χρόνια, η ζωή της Ντόροθυ άλλαξε για πάντα.
Παίζοντας στις σκάλες του σπιτιού, η μικρή Ντόροθυ έπεσε και χτύπησε πολύ άσχημα το κεφάλι της. Λιποθύμησε, αλλά όταν ξύπνησε, φαινόταν σωματικά υγιής, κάνοντας τους γονείς της να ανακουφιστούν. Παρόλα αυτά, κάτι είχε αλλάξει στην ψυχολογία της. Από ένα χαρούμενο και εξωστρεφές παιδί, μετατράπηκε σε ένα εσωστρεφές και νευρικό κορίτσι. Η Ντόροθυ έκρυβε τον εαυτό της, φοβόταν καθημερινά αντικείμενα και συχνά ζητούσε από τους γονείς της να την πάνε “πίσω στο σπίτι της”, επιμένοντας ότι αυτό δεν ήταν το πραγματικό της σπίτι. Επιπλέον, άρχισε να βλέπει τρομακτικά όνειρα με “παλιά κτίρια” και “μεγάλες κολόνες”.
Η ζωή της Ντόροθυ πήρε μια απρόσμενη τροπή κατά τη διάρκεια μιας επίσκεψης στο Βρετανικό Μουσείο στο Λονδίνο.

Μόλις έφτασαν στην αίθουσα με τα αρχαία αιγυπτιακά εκθέματα, η Ντόροθυ φάνηκε να ζωντανεύει. Περιπλανιόταν ενθουσιασμένη ανάμεσα στα ευρήματα, έκανε βαθιές υποκλίσεις μπροστά στα αγάλματα των θεών, ψέλνοντας κάτι σαν προσευχή σε μια άγνωστη γλώσσα. Η Ντόροθυ επισκέφτηκε το Βρετανικό Μουσείο πολλές φορές για να προσευχηθεί, λέγοντας ότι ήθελε να είναι “με τους δικούς της ανθρώπους”.
Σε εκείνη την περίοδο, η Ντόροθυ άρχισε να μελετά ιερογλυφικά και κατάφερε να αποκρυπτογραφήσει σύμβολα που άλλοι επιστήμονες είχαν προσπαθήσει για χρόνια.
Περίπου στα 15 της χρόνια, η Ντόροθυ δήλωσε ότι ένα πνεύμα, ο Ω Ρα, της είχε αποκαλύψει σε όνειρο πως ήταν η μετενσάρκωση μιας αρχαίας Αιγύπτιας ιέρειας. Σύμφωνα με τις ιστορίες της Ντόροθυ, ο Ω Ρα επικοινώνησε μαζί της πολλές φορές στα όνειρά της, δίνοντάς της λεπτομέρειες για την προηγούμενη ζωή της. Η Ντόροθυ άρχισε να γράφει όλα αυτά σε ένα ημερολόγιο και μέσα σε λίγους μήνες είχε γεμίσει 70 σελίδες με αναμνήσεις γραμμένες εξ ολοκλήρου σε ιερογλυφικά.
Η ζωή της Ντόροθυ συνέχισε σχετικά φυσιολογικά: γνώρισε έναν Αιγύπτιο φοιτητή και πραγματοποίησε το όνειρό της να ζήσει στην Αίγυπτο. Εκεί, παρόλο που δεν είχε πανεπιστημιακές σπουδές, έγινε η πρώτη γυναίκα που εργάστηκε στο τμήμα αρχαιοτήτων της Γκίζας. Αργότερα μετακόμισε στην Άβυδο, την πόλη όπου είχε ζήσει στην προηγούμενη ζωή της, και εκεί υπέδειξε στους αρχαιολόγους ένα συγκεκριμένο σημείο για ανασκαφή, λέγοντας ότι θυμόταν πως σε εκείνο το μέρος υπήρχε ένας κήπος. Οι ανασκαφές αποκάλυψαν πράγματι κήπους, για την ύπαρξη των οποίων δεν υπήρχαν προηγούμενες ενδείξεις.

Γνώριζε το περιεχόμενο διαφόρων θρησκευτικών κειμένων χωρίς να τα έχει διαβάσει ποτέ και σε πολλές περιπτώσεις εντόπισε ερείπια και θαμμένα αντικείμενα.
Η Ντόροθυ εργάστηκε στο τμήμα αρχαιοτήτων μέχρι το 1969, όταν συνταξιοδοτήθηκε, αλλά συνέχισε να επισκέπτεται τους αρχαιολογικούς χώρους και να κάνει ξεναγήσεις μέχρι το 1981, τη χρονιά του θανάτου της.
Οι New York Times την περιγράφουν ως “μια από τις πιο συναρπαστικές και πειστικές ιστορίες μετενσάρκωσης στον δυτικό κόσμο”.





